Όταν ο χρόνος αλλάζει ρυθμό
Τον Απρίλιο, στα χωριά της Γορτυνίας, ο τόπος δεν έχει ακόμα αποφασίσει τι εποχή είναι. Τα κάστανα δεν έχουν φουντώσει, τα βουνά κρατούν χιόνι στις ψηλές ράχες, και οι νύχτες κόβουν ακόμα. Μέσα σε αυτόν τον αναποφάσιστο καιρό, η Μεγάλη Εβδομάδα έρχεται πάντα την ίδια ώρα, σαν να ήξερε πού πηγαίνει.
Υπάρχει μια αόρατη γραμμή που χωρίζει τις εβδομάδες του χρόνου. Πριν από τα Βάγια, ο κόσμος κινείται στη συνηθισμένη του τάξη: δουλειές, αγορές, κουβέντες στα καφενεία. Μετά, από την Κυριακή των Βαΐων και ως το βράδυ της Ανάστασης, κάτι μεταβάλλεται σε βάθος. Οι φωνές χαμηλώνουν. Τα παιδιά σταματούν να τρέχουν στις αυλές το απόγευμα. Ακόμα και το φαγητό αλλάζει χρώμα και μυρωδιά.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι, για τους πιστούς της ελληνικής υπαίθρου, ο ιερός χρόνος κατ’ εξοχήν. Ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας, στη «Ζωή και Εργασία του ελληνικού λαού», παρατήρησε πως η εβδομάδα αυτή δεν λειτουργεί μόνο θρησκευτικά αλλά και κοσμολογικά: είναι το διάστημα όπου ολόκληρη η κοινότητα συνεγείρεται γύρω από τον κοινό πόνο και την κοινή ελπίδα. Στην Αρκαδία, αυτό παίρνει μορφές πολύ συγκεκριμένες, που δένουν το εκκλησιαστικό τυπικό με την καθημερινή ζωή, σαν να σιάζει ολόκληρο το χωριό προς την ίδια κατεύθυνση.
Από τα Βάγια στη Μεγάλη Τετάρτη: η ετοιμασία
Η Κυριακή των Βαΐων ανοίγει τον κύκλο. Στα χωριά της Γορτυνίας και της Κυνουρίας, οι εκκλησίες μοιράζουν βέργες ελιάς αντί για φοινικόκλαδα, μια υποκατάσταση που η ορεινή γεωγραφία επέβαλε από παλιά. Ο κόσμος τις φέρνει σπίτι και τις καρφώνει πάνω από την εξώπορτα ή πλάι στην εικόνα του «σπιτικού» αγίου. Μένουν εκεί ολόκληρο τον χρόνο, ως τη στιγμή που την Καθαρά Δευτέρα θα καούν μαζί με τα κατάλοιπα του Τριωδίου.
Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει η σωματική προετοιμασία. Οι γυναίκες ξεπλένουν σκεπάσματα στα ποτάμια, τα απλώνουν στους φράχτες να στεγνώσουν, ασβεστώνουν αυλές και εξωτερικούς τοίχους. Στη Γορτυνία λέγεται ακόμα: «Καλό Πάσχα θα έχεις μονάχα αν το σπίτι σου μυρίζει σαπουνάδα». Η καθαριότητα θεωρείτο ηθική κατάσταση, ορατό τεκμήριο της εσωτερικής ετοιμασίας για τη μεγάλη γιορτή.
Το αποκορύφωμα έρχεται τη Μεγάλη Τετάρτη, μετά το Ευχέλαιο. Στα σπίτια της Γορτυνίας, η μυρωδιά από προζύμι και μαστίχα γέμιζε τις κουζίνες από τα χαράματα. Η νοικοκυρά ζύμωνε στον σκαφίδι με αργές, μετρημένες κινήσεις, κι αν τη ρωτούσες, θα σου έλεγε «έτσι το βρήκαμε, έτσι το πάμε», χωρίς πολλές εξηγήσεις. Κάποια στιγμή έκοβε μικρά κομμάτια ζυμαριού για τα εγγόνια. Από τα χέρια της έβγαιναν πουλάκια, απλά, με τσιμπητές φτερούγες και σπόρο ρεβυθιού για μάτι. Τα έψηνε μαζί με τα τσουρέκια, τα τύλιγε σε καθαρό πανί, και τα έδινε στα παιδιά με ένα κόκκινο αυγό.
Η συνήθεια αυτή, που μαρτυρείται σε αφηγήσεις ηλικιωμένων από τα Δολιανά και τα Λαγκάδια στις αρχές της δεκαετίας του 1960, δεν ήταν απλή διασκέδαση. Το πουλάκι ήταν σύμβολο χαράς που προηγούνταν, υπενθύμιση πως η σαρακοστιανή αυστηρότητα δεν ακύρωνε αλλά ετοίμαζε τη χαρά. Το πρώτο αυγό που βαφόταν εκείνη τη μέρα, χωρίς να έχει μπει πρώτα στο νερό, δεν έμπαινε στο καλάθι με τα άλλα. Φυλαγόταν δίπλα στην εικόνα ως «της Παναγιάς το αυγό», και κανείς δεν το άγγιζε την ώρα του Πάσχα.
Μεγάλη Παρασκευή: πένθος και πυρσοί
Η Μεγάλη Παρασκευή ακούγεται πριν ακόμα φανεί. Τα καμπαναριά από τα χαράματα χτυπούν αλλιώς: αργά, βαριά, σαν μέτρημα. Είναι η ημέρα που «δεν ανθίζει τίποτα», όπως έλεγαν οι παλιοί. Οι γιαγιάδες στα χωριά της Γορτυνίας τη χαρακτήριζαν απλά: «Σήμερα δεν τρώμε, δεν πίνουμε, μόνο θρηνούμε». Δεν το έλεγαν σαν κανόνα. Ήταν φυσική κατάσταση.
Ο Επιτάφιος στολίζεται τη νύχτα της Πέμπτης. Στα χωριά της Μαντινείας, οι γυναίκες μαζεύουν τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης από τα χωράφια. Στα ορεινά, όπου η άνοιξη αργεί, χρησιμοποιούν πρόωρα κλαδιά ροδιάς ή άνθη δαφνόκλαδων. Η δουλειά γίνεται σιωπηλά, με τη μυρωδιά του λιβανιού να ανακατεύεται με εκείνη των φρέσκων κλαδιών.
Η περιφορά ξεκινά μόλις σκοτεινιάσει. Στα μικρά χωριά η πομπή διαρκεί λίγα λεπτά: εκκλησία, πλατεία, δρομάκια, και γύρω γύρω. Μπροστά ο παπάς με το θυμιατό, πίσω ο Επιτάφιος στους ώμους των νέων, κι εκατέρωθεν ο κόσμος με τα κεριά. Ο καπνός του λιβανιού χύνεται στον αέρα της νύχτας και χάνεται ανάμεσα στις ελιές. Τα παιδιά κρατούν λαμπάδες που σβήνουν και ξαναπαίρνουν φωτιά με τον αέρα. Εκεί που τα γηρατειά ή η αρρώστια δεν αφήνουν τον κόσμο να βγει έξω, κάποιοι κοιτάζουν αμίλητοι από τα παράθυρα, κρατώντας το κεράκι τους μόνοι.
Ο Επιτάφιος ήταν το σημείο γύρω από το οποίο η ενορία συγκεντρωνόταν για να κλάψει ομαδικά κάτι που δεν περνούσε ποτέ: τη λύπη για τον θάνατο, τον δικό τους και τον θάνατο των δικών τους.
Στα χωριά της Γορτυνίας υπάρχει ένα έθιμο που επιβίωσε τμηματικά ως τα μέσα του εικοστού αιώνα: οι πυρσοί. Νέοι του χωριού έφτιαχναν δαυλούς από πουρνάρι και στρόφιλο, τους άναβαν την ώρα που ξεκινούσε η περιφορά, και βάδιζαν εκατέρωθεν της πομπής. Φώτιζαν τη νύχτα χωρίς να μιλούν, σε μια βουβή συμμετοχή που έμοιαζε με τελετουργική πορεία παρά με άναμμα λαμπάδων. Στα Δολιανά, κατά μαρτυρίες ηλικιωμένων, οι πυρσοί ρίχνονταν στο τέλος σε ξεροπόταμο ή σε κρεμνό, «για να πάνε τα κακά μαζί τους».
Το έθιμο αυτό, που ο Νικόλαος Πολίτης στις «Παραδόσεις» κατέτασσε στα αποτρεπτικά έθιμα της άνοιξης, δείχνει πόσο ο χριστιανικός εορτασμός εμπεριείχε προγενέστερα στρώματα: την ανάγκη να εκδιωχθεί το σκοτάδι και η φθορά με φωτιά, ενταγμένη πλέον στον μανδύα της χριστιανικής λατρείας.
Το Μεγάλο Σάββατο: η ημέρα της αναμονής
Το Μεγάλο Σάββατο είναι η μόνη μέρα του εκκλησιαστικού έτους χωρίς Θεία Λειτουργία. Αυτή η απουσία δεν είναι κενό, είναι η δική της παρουσία. Στα χωριά της Αρκαδίας την έλεγαν «ημέρα αγία» με τόνο που δεν ήθελε εξήγηση: ήταν η μέρα της κρατημένης ανάσας, του χρόνου που κανείς δεν ξέρει πώς περνά. Δεν γινόταν τίποτα χωρίς λόγο, κι ό,τι γινόταν, γινόταν αργά. Η σιωπή δεν ήταν αδειανή. Ήταν στρωμένη με αναμονή.
Η Ανάσταση: το βράδυ που δεν μοιάζει με κανένα άλλο
Στα μικρά χωριά της Αρκαδίας, όπου ο νεαρός πληθυσμός είχε φύγει από τα χρόνια της μεταπολεμικής εξόδου, το εκκλησάκι γέμιζε τη νύχτα εκείνη με ανθρώπους που στον καθημερινό βίο είχαν διαφωνίες, παλιές έχθρες, αναπάντητα παράπονα. Τη νύχτα της Αναστάσεως στέκονταν δίπλα-δίπλα. Η κατάνυξη λειτουργούσε σαν ανακωχή.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο ιερέας κρατά πρώτος τη λαμπάδα. «Δεύτε λάβετε φως». Η φλόγα αρχίζει να περνά από χέρι σε χέρι, αργά στην αρχή, μετά γρήγορα, ώσπου ολόκληρο το εκκλησάκι να γεμίσει φως σε λίγα δευτερόλεπτα. «Χριστός Ανέστη» λεγόταν πρώτα χαμηλόφωνα, σχεδόν διστακτικά, και μετά δυνατά, σαν κάτι να ξεκλειδωνόταν.
Στο Σταυροδρόμι της Γορτυνίας, τα τουφεκιά τη νύχτα της Ανάστασης δεν ήταν επίδειξη. Ήταν χαιρετισμός: οι νεκροί τους ήξεραν, και οι ζωντανοί ήθελαν να το ακούσουν. Μετά τη Θεία Λειτουργία, ο κόσμος γύριζε σπίτι κρατώντας τη λαμπάδα ανοιχτή. Πίστευαν πως αν η φλόγα έφτανε άσβηστη ως την πόρτα, η χρονιά θα ήταν ευλογημένη. Έκαναν το σημείο του σταυρού με τη φλόγα στα πλαίσια της πόρτας, μαύρες γραμμές που ορισμένα παλιά σπίτια στα χωριά της Κυνουρίας τις φέρουν ακόμα. Ύστερα κάθονταν για μαγειρίτσα, σπάζανε τα αυγά, και η νύχτα αποκτούσε άλλο πρόσωπο.
Γενεές και μνήμη: γιατί αυτά εξακολουθούν
Τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας δεν επιβιώνουν επειδή τα επιβάλλει κανείς. Επιβιώνουν επειδή κουβαλούν στρώμα πάνω σε στρώμα οικογενειακής μνήμης. Η γιαγιά που έφτιαχνε τα κουλούρια τη Μεγάλη Τετάρτη δεν το έκανε από τυπικότητα: η δική της γιαγιά το είχε κάνει ακριβώς έτσι, με τα ίδια χέρια, στην ίδια γωνιά της κουζίνας.
Σήμερα, πολλές από τις επιμέρους τοπικές παραλλαγές έχουν εξαφανιστεί. Οι πυρσοί δεν ανάβουν πια, τα μαύρα μαντίλια της Παρασκευής τα φορούν ελάχιστες γυναίκες, και οι νεότεροι ακολουθούν τον Επιτάφιο συχνά χωρίς να γνωρίζουν τη λαϊκή σημασία κάθε λεπτομέρειάς του. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην ρήξη. Κάθε γενεά ξαναφτιάχνει την παράδοση με όσα έχει στα χέρια της, κρατώντας τον πυρήνα και αφήνοντας να πέσουν τα επιμέρους.
Στα ορεινά χωριά της Αρκαδίας που ζωντανεύουν το Πάσχα, οι άνθρωποι φέρνουν μαζί τους παιδιά που μεγαλώνουν μακριά από τον τόπο. Τα παιδιά αυτά θα κρατήσουν τη λαμπάδα για πρώτη φορά σε μια πλατεία που η μόνη ηλεκτρική λάμπα έχει σβήσει επίτηδες, και το σκοτάδι γύρω τους θα είναι αληθινό. Θα ακούσουν «Χριστός Ανέστη» από στόμα γέρου, με τρεμάμενη φωνή. Και κάτι σε αυτούς θα θυμηθεί, χωρίς να έχει ποτέ μάθει.
Γιατί αυτό ακριβώς λέει η Ανάσταση: πως το φως δεν χρειάζεται εξήγηση για να κερδίσει το σκοτάδι, αρκεί να ανάψει μια φορά. Σε αυτό στηρίζονταν οι παππούδες στα χωριά της Γορτυνίας, και σε αυτό, αθέλητα, στηρίζονται ακόμα τα εγγόνια τους.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Γεώργιος Μέγας, «Ζωή και Εργασία του ελληνικού λαού», Αθήνα.
- Νικόλαος Πολίτης, «Παραδόσεις», Αθήνα.
- Λαογραφικές μαρτυρίες ηλικιωμένων από Δολιανά και Λαγκάδια, δεκαετία 1960.
- Αφηγήσεις τοπικής μνήμης, Γορτυνία Αρκαδίας.