Περί Έγγαμου Βίου

Ανάμεσα στις αποφάσεις που καλείται να λάβει ο άνθρωπος κατά τον βίο του, καμία δεν είναι πιο βαρύνουσα από εκείνη που αφορά τον έγγαμο βίο. Ο γάμος δεν είναι απλώς σύμβαση δύο βουλήσεων, ούτε θεσμός που εξυπηρετεί μόνον την τάξη του πολιτεύματος. Είναι η βαθύτερη δέσμευση που μπορεί να αναλάβει η ψυχή: να συνυπάρξει, να ανεχθεί, να αγαπήσει και να υπομείνει, και ταυτόχρονα να αναγνωρίσει στον άλλον όχι ανταγωνιστή αλλά συνοδοιπόρο.

Ο γάμος δεν γεννάται από τον έρωτα μόνον, αν και ο έρωτας είναι η αρχή του. Γεννάται από την απόφαση να αγκυρωθεί κανείς σε κάποιον άλλον, να ανεγείρει μαζί του οίκον, όχι ως κτίριο αλλά ως κόσμο κοινό. Ο οίκος δεν είναι μόνον στέγη: είναι ο τόπος όπου η ψυχή αποβάλλει τα προσωπεία της δημόσιας ζωής και συναντά αυτό που πράγματι είναι. Εδώ δοκιμάζεται η αλήθεια του χαρακτήρα με τρόπο που καμία αγορά και κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσαν να αποκαλύψουν.

Τα καθήκοντα του έγγαμου βίου είναι πολλά. Η πίστη, πρώτη μεταξύ αυτών, δεν σημαίνει μόνον αποφυγή απιστίας: σημαίνει αδιάπτωτη παρουσία, διαρκή βούληση να παρίσταται κανείς, να μην αποστρέφεται το βάρος του άλλου. Η στοργή, εξ άλλου, είναι αρετή διαφορετική από τον έρωτα, ήπια, συνήθης, σιωπηλή, και δι' αυτό ακριβώς πιο ανθεκτική στο χρόνο. Εκεί που ο έρωτας φλέγει, η στοργή θάλπει: και όταν ο έρωτας κοπάζει, η στοργή παραμένει, ως λύχνος που καίει χαμηλά αλλά δεν σβήνει.

Πλην της πίστεως και της στοργής, ζητείται και κάτι σκληρότερο: η πειθαρχία του έγγαμου βίου, η οποία δεν υπηρετεί κανέναν τύπο, αλλά τη συμβίωση αυτή καθ' εαυτή. Είναι η ικανότητα να σωπαίνει κανείς όταν η οργή παροτρύνει, να αναβάλλει τα δίκαιά του για χάρη της ειρήνης, να γνωρίζει πότε η νίκη σε μία διαφωνία αποβαίνει, κατ' αλήθειαν, ήττα κοινή. Η πειθαρχία αυτή δεν είναι σιωπή δουλική, αλλά αποχή φρόνιμη: η επιλογή να τιμήσει κανείς τον δεσμό ανώτερα από τη στιγμιαία νίκη του εγώ.

Ψευδής όμως ο λόγος που αγνοεί τις εντάσεις του έγγαμου βίου. Δύο άνθρωποι με ιδιαίτερους χαρακτήρες, διαφορετικές μνήμες και ίδια τραύματα αναγκάζονται να συμβιώσουν, να συμφωνήσουν, να αντέξουν ο ένας τον άλλον ακόμη και όταν ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο. Εδώ εγκείται το πραγματικό βάρος: αν η φιλία είναι αρετή σε κοινωνία, τότε ο γάμος είναι αρετή υπό πίεση. Είναι το κατεξοχήν ηθικό εργαστήριο, όπου η ψυχή καλείται να ανταποκριθεί όχι σε αρχές αιωρούμενες στον αέρα, αλλά σε καθημερινές ανάγκες, διαρκείς τριβές και μεγάλες απαιτήσεις.

Ο γάμος, τέλος, δεν αφορά μόνον τους δύο που τον αναλαμβάνουν. Ο οίκος είναι η πρώτη μορφή πολιτείας: εκεί μαθαίνει κανείς να υποτάσσει την ιδιωτική επιθυμία στο κοινό καλό, να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν αποβάλλονται ευχερώς, να μεταδίδει στους νεωτέρους αρχές που δεν διδάχθηκαν σε αγορά, αλλά βιώθηκαν στο τραπέζι, στη συγχώρεση, στη σιωπή δύο ανθρώπων που αντέχουν ο ένας τον άλλον με χάρη.

Εκείνος, λοιπόν, που εισέρχεται στον έγγαμο βίο νομίζοντας ότι επιλέγει μόνον σύντροφο, πλανάται. Επιλέγει τόπο ηθικής δοκιμασίας, αδυσώπητης και καθημερινής. Επιλέγει τον άνθρωπο που θα τον ελέγξει εκεί όπου κανένας άλλος δεν φθάνει. Και επιλέγει, εν τέλει, το είδος ανθρώπου που θα γίνει μέσα από τον δεσμό αυτόν. Ο γάμος δεν είναι απλώς σύζευξις: είναι διαμόρφωση. Και εάν τελεσθεί με αρετή, πίστη και φρόνηση, γίνεται ο τόπος εκείνος όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά όχι εικόνα που ποθεί, αλλά πρόσωπο που υπάρχει.

Μιχαήλ Σ. Μιχαλακόπουλος
Συγγραφέας & Ερευνητής