Ουδείς βίος είναι τόσο μακρός ώστε να αναβάλλει αδιορίστως τη σκέψη περί του τέλους, ούτε τόσο σύντομος ώστε να μη χωρέσει μέσα του την ερώτηση: τί σημαίνει να τελειώνει ο άνθρωπος; Ο θάνατος δεν είναι απλώς βιολογικό γεγονός, ούτε στιγμή αισθητή που ανήκει αποκλειστικώς στον θνήσκοντα. Είναι υπαρξιακό ορόσημο, ηθική πρόκληση, πνευματική δοκιμασία: η στιγμή εκείνη κατά την οποία ο άνθρωπος καλείται να κριθεί, όχι από αγορά ή δικαστήριο, αλλά από τον ίδιο τον βίο που έζησε.
Ο φόβος απέναντι στον θάνατο είναι φυσικός και αναπόφευκτος· κανείς σώφρων δεν τον αποστρέφεται. Αλλά πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στον φόβο που γεννά φρόνηση και σε εκείνον που γεννά δειλία. Ο πρώτος ωθεί τον άνθρωπο να ζήσει με σκοπό, να μη σπαταλά τον χρόνο σε ό,τι είναι μικρό και ανάξιο. Ο δεύτερος τον καθηλώνει, τον κλείνει σε ψευδαίσθηση αθανασίας, τον κάνει να ζει ως εάν η ευθύνη της πράξης ήταν πάντοτε αναβλητέα. Εκεί όπου ο φόβος μαθαίνει ν' αγαπά τη ζωή, είναι σύμμαχος. Όταν όμως αρνείται να κοιτάξει το τέλος, γίνεται δεσμός που κρατά τον άνθρωπο μακριά από την αλήθεια του βίου του.
Τί είναι, λοιπόν, αξιοπρεπής στάση απέναντι στον θάνατο; Δεν είναι η αναίσθητη αδιαφορία, ούτε η ηρωική αυτοεξαπάτηση. Είναι η γαλήνη εκείνου που γνωρίζει ότι τελειώνει, και δεν παύει γι' αυτό να πράττει. Η αρετή δεν υπόσχεται αθανασία: υπόσχεται κάτι ευγενέστερο, ότι ο βίος θα ήταν ολόκληρος, ακόμη κι αν σύντομος, και ότι ο άνθρωπος δεν θα σταθεί μπροστά στο τέλος κενός, αλλά φορτωμένος με έργα, με αγάπες, με αποφάσεις που τόλμησε να πάρει και πράξεις που δεν δίστασε να αναλάβει.
Υπάρχει και η σχέση του θανάτου με τον χρόνο, και αυτή η σχέση δεν είναι απλή. Ο χρόνος δεν κυλά ισόπεδα: έχει κατωφέρειες, κρυφές επιταχύνσεις, απρόσμενες παύσεις. Όταν ο θάνατος πλησιάζει, ο χρόνος δεν συρρικνώνεται μόνον: μεταμορφώνεται. Κάθε ημέρα γίνεται βαρύτερη, κάθε επιλογή πιο ουσιώδης, κάθε παρουσία πιο σπάνια. Ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι ο χρόνος του είναι περιορισμένος, βλέπει καθαρότερα. Και ίσως αυτή η διαύγεια, αυτή η ακριβής γνώση της φθοράς, είναι η μόνη αυθεντική σοφία που δίνει ο θάνατος στους ζώντες, πριν ο θάνατος τους καλέσει κοντά του.
Οι τεθνεώτες δεν ανήκουν πλέον στον εαυτό τους. Ανήκουν σε εκείνους που τους θυμούνται. Η μνήμη δεν είναι απλώς συναισθηματική ανάγκη: είναι καθήκον. Θυμόμαστε τον νεκρό, διότι η λήθη θα ήταν δεύτερος θάνατος, πιο σκληρός από τον πρώτο. Θυμόμαστε, διότι ό,τι έπραξε εκείνος με αρετή εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στις αποφάσεις που εμείς παίρνουμε, στις αξίες που κρατάμε, στον τρόπο που αντικρίζουμε τον κόσμο. Οι νεκροί ζουν στη φρόνηση των ζώντων, εφόσον οι ζώντες έχουν μάθει να διδάσκονται.
Η προετοιμασία της ψυχής για τον θάνατο δεν είναι υπόθεση γήρατος. Είναι υπόθεση κάθε βίου που θέλει να ζει με συνέπεια. Φιλόσοφοι και άνθρωποι της πράξης συμφωνούν σε τούτο: ότι η ψυχή πρέπει να ασκηθεί στη σκέψη του τέλους, όχι για να θλίβεται, αλλά για να μην αδειάζει η ζωή από ό,τι είναι ουσιώδες. Η μελέτη θανάτου δεν είναι σκοτεινή άσκηση: είναι πράξη ευγνωμοσύνης απέναντι στον βίο που έχουμε.
Και εάν υπάρχει ελπίδα, αυτή δεν έγκειται στην άρνηση του θανάτου, αλλά στην αποδοχή του ως ορίου που δίνει νόημα. Χωρίς τέλος, ο βίος δεν θα είχε σχήμα, χωρίς φθορά, η αρετή δεν θα είχε κόστος, χωρίς θάνατο, η αγάπη δεν θα είχε επείγον. Ο άνθρωπος αγαπά βαθύτερα εκείνον που γνωρίζει ότι θα χάσει. Και αυτή η αγάπη, ακριβώς επειδή είναι θνητή, είναι η ωραιότερη που του επιτράπηκε να νιώσει.