← Επιστροφή στην Αρχική

Η Λέσχη της Κυρίας Β.

Μιχαήλ Σωτηρίου Μιχαλακόπουλος

Στο πάνω μέρος της παλιάς συνοικίας, εκεί όπου τα σπίτια στέκουν κλειστά πίσω από κισσούς και ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα, υπήρχε ένα αρχοντικό που όλοι αποκαλούσαν «Η Βίλλα Δεύτερη Άνοιξη». Κανείς δεν θυμόταν πια το πραγματικό του όνομα, μόνο πως κάποτε ανήκε σε έναν γιατρό και τη γυναίκα του, που έφυγαν από την πόλη ξαφνικά, χωρίς να πάρουν ούτε τα έπιπλα ούτε τις κορνίζες από τους τοίχους. Από τότε, η βίλλα άλλαζε ιδιοκτήτες και ενοίκους, μα δεν κρατούσε κανέναν για πολύ.

Η Κυρία Β. εμφανίστηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα, όταν η ομίχλη είχε μπει στα σοκάκια σαν ξεχασμένος καπνός από παλιό καμίνι. Δεν ήταν νέα ούτε ηλικιωμένη· το πρόσωπό της είχε εκείνη την άχρονη λεία επιφάνεια που δεν σε αφήνει να μαντέψεις χρόνια, μόνο ιστορίες. Φορούσε ένα γκρίζο φόρεμα και ένα λεπτό πέπλο, που κατέβαινε μπροστά από τα μάτια της σαν κουρτίνα θεάτρου λίγο πριν αρχίσει η παράσταση. Κανείς δεν είδε τη μετακόμισή της, μόνο το επόμενο πρωί η βαριά πόρτα της βίλλας είχε αλλάξει κλειδαριά και στο κουδούνι είχε προστεθεί ένα μικρό ορθογώνιο ταμπελάκι: «Κυρία Β. – Ιδιωτική Λέσχη».

Στην αρχή, όλοι θεώρησαν ότι θα ήταν κάποια πλούσια χήρα που ήθελε ησυχία. Ύστερα άρχισαν να κυκλοφορούν οι ιστορίες. Πως τα βράδια, όταν τα φώτα της πόλης έσβηναν ένα ένα, από τα παράθυρα της βίλλας έβγαινε μια χρυσογκρίζα λάμψη, σαν να καίγονταν κεριά μπροστά σε καθρέφτες. Πως κάποιες γυναίκες της γειτονιάς, όσες είχαν χάσει άντρες, αρραβωνιαστικούς ή παιδιά, ανέβαιναν το λιθόστρωτο μέχρι εκεί, χτυπούσαν το κουδούνι και μετά… δεν μιλούσαν ξανά γι’ αυτό. Μόνο τα μάτια τους άλλαζαν.

Η πρώτη που μίλησε ανοιχτά για τη Λέσχη ήταν η Σοφία, παντρεμένη με τον Νίκο, ναυτικό. Ο Νίκος είχε χαθεί με το πλοίο του σε μια χειμωνιάτικη κακοκαιρία, τρία χρόνια πριν. Δεν βρέθηκε ποτέ πτώμα, μόνο ένα σωσίβιο με ξεθωριασμένα γράμματα και ένα μπουκάλι μισογεμάτο θαλασσινό νερό που ξέβρασε η θάλασσα στην ακτή. Η Σοφία έμεινε στην πόλη, σε ένα σπίτι που της φαινόταν πλέον πολύ μεγάλο για έναν άνθρωπο μόνο. Τις νύχτες ξυπνούσε από το τρίξιμο των ξύλων, ορκιζόταν πως άκουγε βρεγμένα βήματα στο διάδρομο και σταγόνες νερού να πέφτουν από το ταβάνι, ενώ δεν υπήρχε ούτε μια υγρασία στους τοίχους.

Μια βροχερή Τρίτη, η Σοφία ανέβηκε στη βίλλα. Το θυμάται ακόμη: η πόρτα άνοιξε πριν προλάβει να χτυπήσει το κουδούνι. Η Κυρία Β. στεκόταν μπροστά της, σαν να την περίμενε.

«Ξέρω γιατί ήρθες», της είπε. «Μα εδώ δεν γίνονται θαύματα. Μόνο συναντήσεις».

Το σαλόνι της βίλλας ήταν μεγάλο, με ταβάνι τόσο ψηλό που οι σκιές ταξίδευαν αργά στις γωνίες του. Καρέκλες παλιές, βελούδινες, στεκόντουσαν σε κύκλο, σαν να περίμεναν ανθρώπους που είχαν αργήσει. Στους τοίχους, αντί για πίνακες, υπήρχαν κρεμασμένα τζάμια από παλιές πόρτες, καλοκαθαρισμένα, χωρίς κορνίζες. Στις επιφάνειές τους δεν φαινόταν τίποτα, ούτε η αντανάκλαση της Σοφίας.

«Θα έρχεσαι κάθε Τρίτη, την ίδια ώρα», είπε η Κυρία Β., δείχνοντάς της μια καρέκλα. «Θα κάθεσαι σε αυτή τη θέση. Δεν θα μιλάς, δεν θα ρωτάς. Στο τέλος, θα σου ζητηθεί να αποφασίσεις».

«Τι να αποφασίσω;» ρώτησε η Σοφία, μα η Κυρία Β. ήδη απομακρυνόταν προς την άλλη άκρη του δωματίου, όπου υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι καλυμμένο με λευκό ύφασμα. Από κάτω αχνοδιαγράφονταν σχήματα. Ίσως κεριά. Ίσως χέρια.

Την επόμενη Τρίτη, δεν ήταν μόνη. Δέκα γυναίκες, άλλες με μαύρα μαντήλια, άλλες με χέρια που έτρεμαν, κάθονταν στις καρέκλες του κύκλου. Καμία δεν συστήθηκε. Όταν η πόρτα έκλεισε, η Κυρία Β. πέρασε ανάμεσά τους, αφήνοντας πίσω της μια μυρωδιά βρεγμένου χώματος και παλιού χαρτιού.

«Η Λέσχη δεν είναι για όλους», είπε. «Είναι μόνο για εκείνους που έχουν χάσει κάποιον και δεν δέχονται την απουσία. Για όσους πιστεύουν πως υπάρχει μια ακόμη πόρτα ανάμεσα σε εδώ και εκεί».

Σήκωσε το ύφασμα από το τραπέζι. Πάνω του υπήρχε ένα μεγάλο γυάλινο μπολ γεμάτο νερό, τόσο καθαρό που δεν καθρέφτιζε τίποτα. Γύρω από το μπολ, δώδεκα μεταλλικά δαχτυλίδια, όλα διαφορετικά: άλλα χρυσά, άλλα απλά, άλλα στριφτά σαν ίχνη από φίδι.

«Κάθε εβδομάδα», συνέχισε, «μια από εσάς θα επιλέγεται. Θα έχει το δικαίωμα μιας συνάντησης. Γι’ αυτό, η σειρά πρέπει να καθορίζεται δίκαια. Δεν είναι λοταρία με δώρα. Είναι λοταρία με βλέμματα».

Η λέξη «λοταρία» έκανε τη Σοφία να ανατριχιάσει, χωρίς να καταλάβει γιατί. Η Κυρία Β. έπιασε τα δαχτυλίδια και τα έριξε στο μπολ. Έπειτα πήρε ένα μικρό μεταλλικό κουτί, το άνοιξε και άφησε να πέσουν μέσα στο νερό μερικές σταγόνες από ένα σκούρο υγρό. Το νερό θόλωσε για λίγο, ύστερα άρχισε να φωσφορίζει ανεπαίσθητα.

«Θα βάζετε τα χέρια σας στο νερό, μία μία, με τη σειρά», είπε. «Το δαχτυλίδι που θα κολλήσει στο δάχτυλό σας είναι η απάντηση. Μα να θυμάστε: ο νεκρός που ζητάτε, δεν έρχεται μόνος. Πάντα φέρνει κάτι μαζί του».

Η πρώτη εβδομάδα πέρασε χωρίς να τύχει η Σοφία. Άλλες γυναίκες ένιωσαν το κρύο δαχτυλίδι να αγκαλιάζει το δάχτυλό τους μέσα στο νερό και βγήκαν από το σπίτι αργά, με τα μάτια τους πιο βαριά, μα και με ένα περίεργο φως στο βλέμμα. Καμία δεν είπε τι είδε, ποιον συνάντησε, τι άκουσε. Μόνο η απουσία τους άλλαξε μορφή, από κραυγή έγινε ψίθυρος.

Την Τρίτη, όταν η Σοφία βύθισε τα δάχτυλά της στο νερό, ένιωσε κάτι να την αρπάζει. Ένα λεπτό, παγωμένο μέταλλο σφίχτηκε γύρω από τον παράμεσο του δεξιού της χεριού. Τράβηξε το χέρι της απότομα. Στο δάχτυλό της κρεμόταν ένα απλό ασημένιο δαχτυλίδι, με μια μικρή χαραγμένη άγκυρα.

Η καρδιά της έκανε ένα τίναγμα. Ο Νίκος φορούσε ένα τέτοιο δαχτυλίδι, από τότε που μπήκε για πρώτη φορά σε πλοίο.

«Ήρθε η σειρά σου», είπε ήρεμα η Κυρία Β. «Αύριο, πριν δύσει ο ήλιος, θα έρθεις μόνη σου. Θα σε περιμένει».

Όλη τη νύχτα η Σοφία δεν κοιμήθηκε. Το σπίτι της έμοιαζε πιο στενό από ποτέ. Οι σκιές στα δωμάτια έμοιαζαν με κύματα που χτυπούν τους τοίχους. Κάθε τόσο, της φαινόταν πως άκουγε νερό να κυλά μέσα στους σωλήνες σαν φωνές. Στην κουζίνα, βρήκε το παλιό μπουκάλι με το θαλασσινό νερό που είχαν κρατήσει σαν ενθύμιο. Το υγρό είχε χάσει την αλμυρή μυρωδιά του. Αντίθετα, ανέδιδε κάτι γλυκό και σάπιο.

Το επόμενο απόγευμα, η βίλλα την περίμενε με τα παντζούρια μισάνοιχτα. Το σαλόνι ήταν πιο σκοτεινό· μόνο το μεγάλο δωμάτιο στο βάθος, το «μεγάλο δωμάτιο» όπως το αποκαλούσαν ψιθυριστά οι άλλες, είχε μια αχνή λάμψη που έβγαινε από χαραμάδες στην ξύλινη πόρτα.

«Δεν θα μείνω μέσα», της είπε η Κυρία Β., αφήνοντάς την στο κατώφλι. «Αυτές οι συναντήσεις είναι ιδιωτικές. Θυμήσου, μίλα μόνο όταν σου ζητηθεί. Και ό,τι κι αν γίνει, μην τον αγγίξεις με τα δύο σου χέρια. Κράτα πάντα το ένα ελεύθερο».

«Γιατί;» πρόλαβε να ρωτήσει η Σοφία.

Η Κυρία Β. χαμογέλασε θλιμμένα. «Για να μπορείς ακόμη να φύγεις».

Το μεγάλο δωμάτιο ήταν γεμάτο κεριά, τοποθετημένα πάνω σε ράφια, στο πάτωμα, σε γωνίες. Οι φλόγες τους τρεμόπαιζαν παράλογα, σαν να φύσαγε αόρατος άνεμος. Στους τοίχους, αντί για τζάμια, κρέμονταν τώρα πίνακες: πορτρέτα γυναικών, όλες με μάτια κλειστά, σαν να κοιμούνται. Τα πρόσωπά τους είχαν μια λεπτή διαφάνεια, όπως το δέρμα ανθρώπου που έχει μείνει πολλές ώρες στο νερό.

Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια πολυθρόνα. Πάνω της καθόταν ένας άντρας, γυρισμένος με την πλάτη. Το σακάκι του ήταν υγρό στους ώμους, σαν να είχε μόλις βγει από βροχή. Το νερό έσταζε στο πάτωμα, αφήνοντας μικρές, κυκλικές λίμνες που δεν εξαφανίζονταν.

«Σοφία», είπε η φωνή του, χωρίς να γυρίσει. «Άργησες».

Το όνομά της, με εκείνη τη χροιά, διαπέρασε τον αέρα σαν σκουριασμένο κλειδί μέσα σε παλιά κλειδαριά. Τα πόδια της λύγισαν. Πλησίασε δύο βήματα.

«Νίκο…» ψιθύρισε. «Είσαι εσύ;»

Ο άντρας γύρισε αργά. Το πρόσωπό του ήταν ίδιο και όχι. Τα χαρακτηριστικά, το στόμα, το σημάδι δίπλα στο φρύδι, όλα ήταν εκεί. Μόνο τα μάτια του είχαν αλλάξει. Στο βάθος της ίριδας κινούνταν μικρές φυσαλίδες, σαν να κοιτούσε κανείς μέσα από γυαλί βυθισμένο στο νερό. Το βλέμμα του ήταν βαθύ, έλκυε σαν ρεύμα.

«Είπε ότι με ζήτησες», είπε εκείνος. «Ότι δεν δέχτηκες την απουσία μου. Ήρθα».

Η Σοφία ένιωσε το ασημένιο δαχτυλίδι να σφίγγεται στο δάχτυλό της, σαν να ζωντάνεψε το μέταλλο.

«Πού ήσουν;» ρώτησε, η φωνή της ένα βραχνό νήμα. «Πώς…»

Εκείνος σήκωσε το χέρι του και την έκοψε. Το χέρι του, παγωμένο και υγρό, έσταζε νερό που έπεφτε στο πάτωμα χωρίς ήχο.

«Δεν έχει σημασία», είπε. «Εκεί που ήμουν, δεν υπήρχαν λέξεις. Μόνο βάρος. Μόνο χάος από τα ίδια κύματα, ξανά και ξανά. Τώρα είμαι εδώ. Και μπορώ να μείνω. Μόνο ένα πράγμα χρειάζεται».

Ο αέρας στο δωμάτιο βάρυνε. Τα κεριά τρεμόπαιξαν τόσο δυνατά, που οι σκιές τους στους τοίχους έμοιασαν με ανθρώπινες φιγούρες που ξεκολλούν από τα πορτρέτα.

«Τι;» ρώτησε η Σοφία.

«Πρέπει να υπάρχει πάντα ένας που θα κοιτάζει τη θάλασσα από εδώ, για να μπορώ εγώ να κοιτάζω το φως από εκεί», είπε ο Νίκος. «Η θέση δεν μένει ποτέ κενή. Είναι μια σειρά. Μια… λέσχη, αν θες. Κάποτε ήταν άλλες γυναίκες, άλλοι άντρες. Τώρα ήρθε η δική σου ώρα. Δεν είναι άδικο. Άλλωστε, εσύ με κάλεσες».

Η Σοφία ανατρίχιασε. «Θέλεις να…»

«Δεν θέλω τίποτα», την έκοψε. «Είναι απλό. Αν δεχτείς, θα μείνω εδώ, στο σπίτι σου, στο κρεβάτι σου, στο τραπέζι σου. Θα είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Θα σταματήσουν οι νύχτες να είναι κενές. Μόνο που… όταν θα βγαίνεις έξω, θα νιώθεις το νερό να σε τραβάει. Σιγά σιγά, θα περπατάς λίγο πιο αργά, θα μιλάς λίγο πιο χαμηλά. Μέχρι να έρθει η στιγμή που η πόρτα θα ανοίξει για σένα. Και τότε, κάποιος άλλος θα σε καλέσει».

Τα πορτρέτα γύρω τους έμοιαζαν να πλησιάζουν. Η Σοφία είδε, ή της φάνηκε, πως τα κλειστά μάτια τους άνοιξαν λίγο, αφήνοντας μια λεπτή γραμμή σκοταδιού.

«Και αν δεν δεχτώ;» ψιθύρισε.

Ο Νίκος χαμογέλασε, μα το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια του.

«Τότε επιστρέφω εκεί που ήμουν», είπε. «Και εσύ επιστρέφεις στα βήματα στον διάδρομο, στο κρεβάτι που κρυώνει δίπλα σου, στο τραπέζι με το ένα πιάτο. Θα συνεχίσεις να ονειρεύεσαι ότι με βλέπεις, μα δεν θα είναι εγώ. Θα είναι το κενό που παίρνει τη μορφή μου. Και, αργά ή γρήγορα, θα ανέβεις ξανά τη σκάλα της βίλλας. Μα τότε ίσως να μην υπάρχει θέση».

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή σαν νερό. Η Σοφία ένιωσε πως αν μιλούσε, θα έβγαζε φυσαλίδες αντί για λέξεις.

Θυμήθηκε τη φράση της Κυρίας Β.: «Ό,τι κι αν γίνει, μην τον αγγίξεις με τα δύο σου χέρια». Κοίταξε τα δικά της. Το ένα φορούσε το δαχτυλίδι. Το άλλο ήταν ακόμη ελεύθερο. Το ένα, άγκυρα. Το άλλο, πιθανότητα.

«Αν μείνεις», τόλμησε να πει, «θα είσαι ο ίδιος; Ή αυτό που κουβαλάς μαζί σου θα καθίσει στο τραπέζι μαζί μας;»

Ο Νίκος αναστέναξε. Από το στόμα του βγήκε μια λεπτή ομίχλη, που δεν διαλύθηκε.

«Δεν γυρίζει τίποτα πίσω χωρίς να αλλάξει», είπε. «Μα και εσύ δεν είσαι η ίδια. Βλέπεις; Είμαστε ήδη δύο άγνωστοι που μοιραζόμαστε τα ίδια ονόματα. Τι σε φοβίζει περισσότερο; Η μοναξιά ή η αλήθεια;»

Η Σοφία έκανε ένα βήμα μπροστά. Το χέρι της, αυτό με το δαχτυλίδι, σηκώθηκε μόνο του, σαν να το τραβούσαν αόρατες παλίρροιες. Τα δάχτυλά τους άγγιξαν. Το νερό στο δέρμα του ήταν παγωμένο, μα κάτω από την επιφάνεια ένιωσε κάτι να σπαρταρά, σαν ψάρι πιασμένο σε δίχτυ. Το άλλο της χέρι έμεινε κρεμασμένο στο πλάι, άδειο, βαρύ.

«Σε αγαπώ», είπε. «Αυτό έμεινε ίδιο».

Για μια στιγμή, στο βλέμμα του πέρασε εκείνος ο παλιός, ανθρώπινος φωτισμός. Το δωμάτιο έμοιαζε λιγότερο ξένο. Έπειτα, η σκιά πίσω από τα μάτια του βάθυνε.

«Τότε διάλεξες ήδη», απάντησε.

Οι φλόγες των κεριών ψήλωσαν, ακουμπώντας σχεδόν το ταβάνι. Τα πορτρέτα γύρω τους έκλεισαν ξανά τα μάτια. Η πόρτα του μεγάλου δωματίου άνοιξε από μόνη της και η Κυρία Β. φάνηκε στο κατώφλι, χωρίς να μπαίνει.

«Μπορείς να φύγεις, αν θες», είπε ήρεμα. «Το χέρι σου είναι ακόμη ελεύθερο».

Η Σοφία κοίταξε τον Νίκο, την πόρτα, το άδειο της χέρι. Έπειτα, με μια κίνηση σχεδόν ανεπαίσθητη, σήκωσε και το δεύτερο χέρι της και έπιασε το δικό του.

Το κρύο την χτύπησε ως τον ώμο. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως το πάτωμα έγειρε, πως τα κεριά έπεσαν προς το μέρος της σαν βροχή από φως. Μα δεν έπεσε τίποτα. Μόνο το δαχτυλίδι στο χέρι της έσφιξε τόσο πολύ, που ένιωσε το αίμα να σταματά.

«Έτσι, λοιπόν», ψιθύρισε η Κυρία Β. σχεδόν με τρυφερότητα. «Καλωσόρισες στη Λέσχη».

Από εκείνο το βράδυ, κανείς δεν είδε ξανά τη Σοφία να ανεβαίνει τη σκάλα της βίλλας. Αντίθετα, την έβλεπαν συχνά να περπατά στο λιμάνι, πάντα με έναν άντρα δίπλα της που κρατούσε το χέρι της. Έμοιαζε με τον Νίκο, μα όσοι τον κοιτούσαν κατάματα ένιωθαν ένα κάψιμο στα μάτια και απέστρεφαν το βλέμμα τους. Το σπίτι της, λένε, γέμισε ξανά με δύο φωνές, δύο σερβίτσια, δύο σκιές στο φως των παραθύρων.

Μονάχα ένα πράγμα φαινόταν παράταιρο, ποτέ δεν έβγαινε έξω αν είχε πολλή ζέστη. Όταν ο ήλιος έκαιγε τον δρόμο, εκείνη έμενε μέσα, πίσω από κλειστά παντζούρια. Κι όταν έβρεχε, την έβλεπαν να στέκεται ακίνητη στη μέση του δρόμου, με το πρόσωπο στραμμένο προς τα πάνω, αφήνοντας τις σταγόνες να κυλούν στο δέρμα της σαν να την γύριζε κάτι παλιό στη φυσική του θέση.

Στο μεταξύ, στο λόφο, η βίλλα δεν έμεινε άδεια. Κάθε Τρίτη, τα φώτα άναβαν. Η Κυρία Β. συνέχιζε τη Λέσχη, γιατί πάντα υπάρχουν άνθρωποι που δεν δέχονται την απουσία. Κι αν κάποιος κοιτούσε πολύ προσεκτικά τα πορτρέτα στο μεγάλο δωμάτιο, θα παρατηρούσε πως, κάπου ανάμεσα στα άλλα πρόσωπα με τα κλειστά μάτια, υπήρχε τώρα και μια γυναίκα με βρεγμένα μαλλιά, που φορούσε ένα απλό ασημένιο δαχτυλίδι με άγκυρα.

Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, σαν να κοιτούσε μακριά, εκεί όπου τελειώνουν τα φώτα της πόλης και αρχίζουν, αθόρυβα, τα βαθιά νερά.

Οι Τρίτες πέρασαν αθόρυβα, σαν σελίδες που γυρίζουν μόνες τους. Η βίλλα έμενε πάντα φωτισμένη εκείνη τη μέρα, μα όλο και λιγότερες γυναίκες ανέβαιναν τη σκάλα. Κάποιες είχαν «τακτοποιήσει» τις συναντήσεις τους, άλλες είχαν εξαφανιστεί από τη γειτονιά με προφάσεις για μετακομίσεις και γάμους σε άλλες πόλεις. Μόνο μια νεαρή κοπέλα, η Άννα, ερχόταν πια με συνέπεια.

Η Άννα δεν είχε χάσει άντρα ούτε παιδί. Είχε χάσει τον εαυτό της. Ή έτσι το έλεγε.

Δούλευε σε ένα φωτογραφείο, στο κέντρο. Όλη μέρα κοίταζε πρόσωπα παγωμένα σε χαρτί, χαμόγελα εγκλωβισμένα σε ημερομηνίες, βλέμματα που δεν θα άλλαζαν ποτέ. Άρχισε να νιώθει πως οι άνθρωποι ζωντανεύουν μόνο τη στιγμή που παθαίνουν κάτι συγκλονιστικό, ένα ατύχημα, μια εγκατάλειψη, έναν θάνατο. Τότε το πρόσωπο παίρνει τη μορφή που θα θυμούνται οι άλλοι. Το υπόλοιπο είναι πρόβα.

«Δεν έχω νεκρό να ζητήσω», είπε στην Κυρία Β. την πρώτη φορά. «Έχω μόνο όλες τις εκδοχές μου που δεν έζησα».

Η Κυρία Β. την κοίταξε με εκείνο το αμυδρό, κουρασμένο χαμόγελο. «Κάποτε», της είπε, «η Λέσχη δεχόταν μόνο όσους είχαν χάσει άλλους. Με τον καιρό, κατάλαβα πως η πιο σκληρή απώλεια είναι εκείνη που δεν έχει μνήμα. Θα σου βρούμε κάποιον».

Δεν της έδωσε αμέσως δαχτυλίδι. Την έβαλε να κάθεται κάθε Τρίτη στην ίδια καρέκλα, αυτή που κάποτε καθόταν η Σοφία. Η Άννα το ένιωσε χωρίς να το ξέρει: το μαξιλάρι είχε μια ανεπαίσθητη βαρύτητα, σαν κάποιος να είχε καθίσει για πολύ καιρό εκεί και να είχε αφήσει πίσω του το αποτύπωμα της απόφασης.

Μια νύχτα, καθώς η Άννα γύριζε σπίτι της, πέρασε μπροστά από το σπίτι της Σοφίας. Δεν ήξερε το όνομά της, μόνο το πρόσωπο∙ την είχε δει παλιότερα να στέκεται στο λιμάνι, να κοιτάζει τα πλοία με εκείνη τη διαπεραστική προσμονή. Τώρα, τα παντζούρια του σπιτιού ήταν ανοιχτά, και πίσω από το τζάμι διακρινόταν μια μορφή.

Ένας άντρας, με το χέρι ακουμπισμένο στο παράθυρο, κοιτούσε προς τον δρόμο. Το πρόσωπό του είχε κάτι σκοτεινό στο βάθος, μα αυτό που έκανε την Άννα να σταματήσει ήταν άλλο. Η Σοφία στεκόταν δίπλα του, χαμογελώντας. Μα το χαμόγελο ήταν… άδειο. Όχι δυστυχισμένο, όχι χαρούμενο. Απλώς σωστό, όπως χαμογελούν οι άνθρωποι στις φωτογραφίες όταν τους λέει ο φωτογράφος «τώρα».

Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, η Άννα ορκίστηκε πως είδε το χέρι του άντρα να περνά όχι μπροστά αλλά μέσα από τη σκιά της. Σαν να μην άγγιζε σώμα αλλά προέκταση δικής του σκιάς.

Την επόμενη Τρίτη, πήγε νωρίτερα στη βίλλα.

«Ποια ήταν η γυναίκα που καθόταν εδώ πριν από μένα;» ρώτησε την Κυρία Β., δείχνοντας την καρέκλα.

Η Κυρία Β. άφησε για λίγο τη ματιά της να πέσει στο ύφασμα του καθίσματος. «Κάποτε ζήτησε πίσω κάτι που δεν μπορούσε να επιστρέψει», είπε μόνο. «Και πλήρωσε».

«Φαίνεται… ευτυχισμένη», τόλμησε να πει η Άννα. «Την είδα στο σπίτι της».

«Η ευτυχία», αποκρίθηκε η Κυρία Β., «είναι συχνά συμφωνία με κάτι που δεν σε ρώτησε ποτέ αν ήθελες να υπογράψεις».

Τις επόμενες εβδομάδες, στη Λέσχη άρχισε να εμφανίζεται ένας άντρας. Ήταν η πρώτη φορά που η Άννα έβλεπε άντρα εκεί. Ψηλός, με μαύρα ρούχα, τα χέρια πάντα στις τσέπες, καθόταν σε μια γωνία και δεν συμμετείχε στο τελετουργικό με το μπολ. Το βλέμμα του δεν πήγαινε ποτέ στις γυναίκες. Πήγαινε μόνο στα πορτρέτα στους τοίχους.

«Ποιος είναι;» ρώτησε η Άννα χαμηλόφωνα μια από τις άλλες.

Η γυναίκα δίπλα της έσφιξε το μαντήλι της. «Λένε πως δεν ζήτησε κανέναν», ψιθύρισε. «Ήρθε να προσφερθεί. Κάποιος πρέπει να κρατά την πόρτα από μέσα».

Η Άννα δεν κατάλαβε. Μα όταν το βλέμμα του άγνωστου άντρα έπεσε για μια στιγμή πάνω της, ένιωσε μια οικεία ψυχρότητα. Σαν να την είχε αναγνωρίσει από κάπου που εκείνη δεν θυμόταν.

Εκείνο το βράδυ, στο μεγάλο δωμάτιο, τα πορτρέτα στις γωνίες ήταν περισσότερα. Η Άννα τα είχε μετρήσει: ήταν δώδεκα. Τώρα ήταν δεκατέσσερα. Δύο νέα πρόσωπα, θολά ακόμη, σαν να ήταν νωπή μπογιά, είχαν προστεθεί. Σε ένα από αυτά, τα μαλλιά έπεφταν βρεγμένα στους ώμους, και στο χέρι της διακρινόταν κάτι στρογγυλό, μια μικρή λάμψη, σαν δαχτυλίδι.

Η Κυρία Β. στάθηκε μπροστά στη συγκέντρωση. «Απόψε», είπε, «δεν θα γίνει συνάντηση όπως τις άλλες. Απόψε, κάποιος από εσάς δεν θα ζητήσει νεκρό, αλλά θα δώσει ζωή».

Το ψιθύρισμα που σηκώθηκε στο δωμάτιο είχε γεύση σιδήρου.

«Όταν ανοίγουμε μια πόρτα προς τα πίσω», συνέχισε, «κάτι πάντα φεύγει προς τα μπρος. Μέχρι τώρα, αφήναμε την πόλη να επιλέγει: αρρώστιες, ατυχήματα, κομμένα νήματα. Ήρθε η ώρα να γίνουμε πιο… ακριβείς. Η λέσχη χρειάζεται έναν νέο φύλακα. Κάποιον που δεν θα τον θρηνήσει κανείς, γιατί ήδη θρηνείται ζωντανός».

Το βλέμμα της στάθηκε πάνω στην Άννα. «Πες μας, κορίτσι μου», ρώτησε. «Ποιος είναι ο εαυτός που έχασες;»

Η Άννα άνοιξε το στόμα της και, προς έκπληξή της, μίλησε χωρίς δισταγμό. Οι λέξεις έβγαιναν σαν να ήταν ήδη γραμμένες.

Μίλησε για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να γράψει ποτέ το βιβλίο που ήθελε, για τις αποφάσεις που δεν πήρε, για τον έρωτα που άφησε να φύγει επειδή φοβήθηκε να πει «ναι» ή «όχι». Μίλησε για τις φωτογραφίες των άλλων, που τις έβλεπε να ζουν πράγματα την ώρα που εκείνη στεκόταν πίσω από το φακό, ακίνητη.

«Δεν ξέρω ποια θα ήμουν αν…» άρχισε.

«Ξέρω εγώ», την έκοψε η Κυρία Β. «Κι εκείνη επίσης».

Γύρισε προς τα πορτρέτα. Ένα από αυτά, που μέχρι τότε ήταν κενό, άρχισε αργά να γεμίζει. Οι γραμμές ενός προσώπου σχηματίστηκαν: ίδια μάτια, ίδιο στόμα, μόνο που η έκφραση ήταν αλλιώτικη. Εκείνη η γυναίκα στο πορτρέτο έμοιαζε με την Άννα, αλλά με κάποιον τρόπο… πιο συμπληρωμένη. Σαν να είχε ζήσει κάθε απόφαση μέχρι τέλους.

Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε.

«Εσύ», είπε η Κυρία Β., «όπως θα μπορούσες να είσαι. Όπως είσαι ήδη κάπου αλλού, σε μια πορεία που δεν πήρες ποτέ. Μπορείς να τη φέρεις εδώ, αν θες».

«Να τη… φέρω; Κι εγώ;»

«Θα πας σε εκείνη τη θέση», είπε ήρεμα η Κυρία Β. «Είναι δίκαιο. Δίνεις την άδεια σε μια εκδοχή σου να ζήσει πλήρως, παίρνεις εσύ τη θέση της ανάμεσα στα πρόσωπα που όλοι ξεχνούν, μα κανείς δεν παύει να κοιτά στα πεταχτά πριν κοιμηθεί».

Ο άγνωστος άντρας, εκείνος στη γωνία, έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά. «Δεν είναι απαραίτητο», είπε. «Η σειρά ήταν δική μου».

Η φωνή του ήταν βαθιά, λειασμένη από πολλές σιωπές.

Η Κυρία Β. γύρισε προς το μέρος του. «Έχεις ήδη δώσει πολλά», του είπε. «Εξάλλου, σε διάλεξαν άλλοι. Εκείνη μπορεί να διαλέξει μόνη της. Αυτή είναι η διαφορά».

Η Άννα κοίταξε τον έναν, κοίταξε την άλλη. «Αν αρνηθώ;» ρώτησε την Κυρία Β.

«Θα συνεχίσεις τη ζωή σου όπως πριν», είπε. «Θα γυρίσεις στο φωτογραφείο, θα κοιτάς τους άλλους να παγώνουν στο χαρτί. Θα νιώθεις μέσα σου ότι κάτι έχασες, μα δεν θα θυμάσαι τι. Και, κάποια Τρίτη, ίσως να έρθεις πάλι. Ίσως να μην έρθεις. Η πόλη έχει πολλούς τρόπους να σε καταπιεί. Εγώ είμαι απλώς ένας από αυτούς, πιο ειλικρινής».

Η Άννα έκλεισε τα μάτια. Είδε μπροστά της όλες τις ζωές που δεν έζησε, σαν φιλμ που κόπηκε και έμεινε στο πάτωμα του σκοτεινού θαλάμου. Είδε το πορτρέτο της στον τοίχο να ολοκληρώνεται. Τα χείλη της εκείνης της άλλης άνοιξαν σε ένα χαμόγελο, όχι τέλειο, μα ζωντανό. Ένα χαμόγελο ανθρώπου που τόλμησε να κάνει λάθος.

«Θέλω να τη δω», είπε.

Η Κυρία Β. σήκωσε τα φρύδια. «Τη βλέπεις ήδη».

«Όχι έτσι», επέμεινε η Άννα. «Θέλω συνάντηση. Όπως οι άλλες με τους νεκρούς τους. Θέλω να δω ποια θα ήμουν, αν… πριν αποφασίσω».

Η αίθουσα αναστέναξε, λες και οι τοίχοι διαφωνούσαν. Ο άγνωστος άντρας έγνεψε αρνητικά. «Δεν είναι σοφό», είπε.

Η Κυρία Β. όμως χαμογέλασε. «Οι πιο ενδιαφέρουσες αποφάσεις δεν ήταν ποτέ σοφές», είπε. «Εντάξει. Θα γίνει συνάντηση. Μα να θυμάσαι: όταν κοιτάς τον εαυτό σου από έναν άλλο κόσμο, κάποιος από τους δύο δεν επιστρέφει ίδιος».

Το μεγάλο δωμάτιο άλλαξε. Τα πορτρέτα τραβήχτηκαν στις σκιές, το μπολ με το νερό έμεινε μόνο του στο κέντρο. Η Κυρία Β. έριξε μέσα όχι δαχτυλίδια, αλλά μικρά, γυάλινα θραύσματα. Κάθε ένα καθρέφτιζε ένα άλλο κομμάτι του προσώπου της Άννας.

«Βάλε τα χέρια σου μέσα», είπε. «Και μη φοβηθείς αν σε κόψουν. Χωρίς λίγο αίμα, καμία εικόνα δεν σταθεροποιείται».

Το νερό ήταν παγωμένο. Σύντομα έγινε χλιαρό. Όταν η Άννα τράβηξε τα χέρια της, ήταν γεμάτα μικρές γρατζουνιές. Στον πάτο του μπολ, τα γυάλινα θραύσματα είχαν μαζευτεί σε ένα σημείο, σχηματίζοντας έναν κύκλο.

Απέναντι, στον τοίχο, εκεί όπου κρεμόταν το ημιτελές πορτρέτο, άρχισε να διαγράφεται κάτι περισσότερο από χρώμα. Οι γραμμές του κορμιού ξεχώρισαν από το κάδρο. Το χέρι της γυναίκας βγήκε προς τα έξω, σαν να έσκιζε μια λεπτή μεμβράνη.

Και τότε, από το πλαίσιο, βγήκε η Άλλη Άννα.

Ήταν ίδιο ύψος, ίδιο σώμα, μα το βάδισμά της δεν είχε εκείνη τη μικρή διστακτικότητα. Στα μάτια της υπήρχε μια σιγουριά σχεδόν ενοχλητική.

«Νόμιζα πως δεν θα με φωνάξεις ποτέ», είπε, πλησιάζοντας. Η φωνή της είχε την ίδια χροιά, μα η προφορά των λέξεων ήταν πιο καθαρή, σαν κάποια που έχει συνηθίσει να μιλά μπροστά σε κόσμο.

Η Άννα ένιωσε σαν να στέκεται μπροστά σε καθρέφτη που δεν την μιμείται. «Τι… έζησες;» ρώτησε.

«Ό,τι άφησες», απάντησε η άλλη. «Έμεινα να γράψω, δεν φοβήθηκα τα όχι και τα ναι, πήγα στον σταθμό αντί για το σπίτι όταν χρειαζόταν. Πλήγωσα και πληγώθηκα. Τίποτα ένδοξο. Μα όλα… δικά μου».

«Είσαι ευτυχισμένη;» ξεστόμισε.

Η άλλη γέλασε. «Ευτυχισμένη; Κάποιες μέρες ναι. Άλλες μέρες, όχι. Μα τουλάχιστον, όταν κοιτάζω πίσω, δεν βλέπω κενές καρέκλες. Βλέπω ανθρώπους. Ακόμη κι αυτούς που έφυγαν».

Η Άννα χαμήλωσε τα μάτια. «Αν πάρω τη θέση σου;»

Η άλλη σοβάρεψε. «Δεν είναι τόσο απλό», είπε. «Εγώ υπάρχω επειδή εσύ δεν έζησες. Αν αλλάξει αυτό, ίσως να μην υπάρχουμε καμία από τις δύο. Ή να υπάρχουμε… αλλιώς. Σκέψου, είσαι έτοιμη να εξαφανίσεις ακόμη και την υποθετική σου εκδοχή;»

Η αίθουσα σιώπησε. Η Κυρία Β. παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει. Ο άγνωστος άντρας είχε σταυρώσει τα χέρια.

«Ήρθα εδώ γιατί νόμιζα πως είμαι ήδη σαν πορτρέτο», είπε η Άννα. «Ότι δεν έχω βαρύτητα. Μα βλέποντάς σε… δεν θέλω να γίνω σκιά σου. Θέλω να πάψω να σε χρειάζομαι».

Η άλλη Άννα σάστισε. «Τι εννοείς;»

Η Άννα έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ, πλησίασε πρώτη. Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το χέρι της άλλης. Δεν ήταν παγωμένο ούτε καυτό. Ήταν σαν να ακουμπάς το δικό σου χέρι από έξω.

Μια μικρή ρωγμή εμφανίστηκε στο ταβάνι του δωματίου. Από μέσα, αντί για νερό ή σκόνη, έπεσαν λεπτές λωρίδες φωτός. Οι φλόγες των κεριών χαμήλωσαν, σαν να άκουγαν προσεκτικά.

«Δεν θα πάρω τη θέση σου», είπε η Άννα. «Θα πάρω πίσω τη δική μου».

«Δεν γίνεται», διαμαρτυρήθηκε η Κυρία Β. για πρώτη φορά. «Οι συμφωνίες…»

«Δεν υπέγραψα τίποτα», την έκοψε η Άννα. «Ήρθα εδώ για να δω αν υπάρχει τρόπος να γλιτώσω από την απουσία μου. Τώρα ξέρω πως ο μόνος τρόπος είναι να σταματήσω να τη θρέφω. Δεν θέλω ξένες ζωές, ούτε δεύτερες εκδοχές. Θέλω την πρώτη, όπως είναι, από αύριο».

Η άλλη Άννα άνοιξε το στόμα της, μα δεν μίλησε. Τα περιγράμματά της άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Για μια στιγμή, οι δύο μορφές έμοιαζαν να συγχέονται, σαν διπλή έκθεση σε φιλμ. Ύστερα, η μορφή από το πορτρέτο χαμογέλασε πλατιά.

«Τότε, τουλάχιστον, δεν με χρειάζεσαι πια», είπε. «Κι αυτό… είναι η πιο μεγάλη λύτρωση που θα μπορούσα να έχω».

Γύρισε πίσω προς το κάδρο. Όμως, αντί να επιστρέψει στη βαμμένη επιφάνεια, η κορνίζα άδειασε. Το πορτρέτο διαλύθηκε σε λεπτές ρωγμές που έπεσαν στο πάτωμα σαν γυαλιά. Στη θέση του έμεινε ένας άδειος τοίχος.

Η Άννα ένιωσε ένα τράνταγμα στο στήθος, σαν κάποιος να έκοψε ένα σχοινί που τη συγκρατούσε χρόνια. Δεν ήταν ευχάριστο, ήταν όμως καθαρό.

Η Κυρία Β. έσφιξε τα χείλη. «Παίζεις με πράγματα που δεν καταλαβαίνεις», είπε. «Ξέρεις τι σημαίνει να επιστρέψεις στην πόλη χωρίς καμία υπόσχεση, χωρίς κανένα δεκανίκι;»

«Ναι», απάντησε η Άννα. «Σημαίνει πως, αν αύριο θέλω να αλλάξω κάτι, δεν θα έρθω εδώ. Θα πάω εγώ να το κάνω».

Ο άγνωστος άντρας χαμογέλασε για πρώτη φορά. Στο πρόσωπό του φάνηκε μια ανεπαίσθητη ανακούφιση. «Επιτέλους», ψιθύρισε. «Κάποιος που βγήκε από εδώ χωρίς να μπει από άλλη πόρτα».

Οι ανατροπές δεν σταμάτησαν εκεί.

Τις επόμενες εβδομάδες, η Λέσχη της Κυρίας Β. άρχισε να αδειάζει. Όχι γιατί η βίλλα έκλεισε – τα φώτα συνέχιζαν να ανάβουν, το μπολ με το νερό στεκόταν πάντα στη θέση του. Μα οι καρέκλες έμεναν άδειες. Κάποια φήμη κυκλοφόρησε σαν κρυολόγημα, ότι μια κοπέλα βγήκε από τη βίλλα «χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα». Κι αυτό φόβισε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες ιστορίες.

Η Σοφία, από την πλευρά της, άρχισε να νιώθει μια παράξενη κούραση. Ο Νίκος ήταν πάντα εκεί, πάντα γλυκός, πάντα αφοσιωμένος. Μα, με τον καιρό, κάτι αλλοιώθηκε. Το βλέμμα του στεκόταν κάποιες φορές στον ορίζοντα, μέσα από το παράθυρο, σαν να έβλεπε όχι τη θάλασσα αλλά κάτι από πίσω της. Τη νύχτα, το σώμα του ήταν παγωμένο δίπλα της, κι όμως δεν έβγαζε ποτέ αχνό. Όταν τον ακουμπούσε με το χέρι που φορούσε το δαχτυλίδι, όλα έμοιαζαν ανεκτά. Όταν, κάποια φορά, αφηρημένη, τον άγγιξε με το άλλο, ένιωσε ένα απότομο τίναγμα και το δέρμα της μούδιασε μέχρι τον αγκώνα.

«Μην το ξανακάνεις αυτό», της είπε ήρεμα. «Με πληγώνει».

«Ποιον από τους δύο;» τόλμησε να ρωτήσει. «Εσένα ή εμένα;»

Δεν απάντησε.

Ένα βράδυ, καθώς καθόντουσαν στο τραπέζι, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ήταν τόσο απλό, τόσο καθημερινό, που δεν ταίριαζε με το σπίτι τους, που είχε συνηθίσει σε ήχους πιο υπόγειους: στάλες, τρίξιμο, αναστεναγμούς. Η Σοφία άνοιξε.

Στο κατώφλι στεκόταν η Άννα.

«Συγγνώμη που έρχομαι έτσι», είπε. «Μα νομίζω πως κάτι που συνέβη σε μένα… αφορά και εσένα».

Η Σοφία την κοίταξε καχύποπτα. Πίσω της, ο Νίκος στεκόταν στο ημίφως του διαδρόμου, σιωπηλός. Το σπίτι έμοιαζε να κρατά την ανάσα του.

«Δεν γνωριζόμαστε», είπε η Σοφία. «Τι θέλεις;»

«Να σε ρωτήσω κάτι», είπε η Άννα. «Όταν αποφάσισες στη βίλλα… σ’ έμαθε κανείς να λες όχι; Σου είπε ποτέ ότι η απώλεια, όσο κι αν πονά, είναι μερικές φορές πιο δική σου από την επιστροφή;»

Η Σοφία ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Φύγε», ψιθύρισε. «Δεν ξέρεις τι λες».

Ο Νίκος πλησίασε. «Άφησέ την», είπε απαλά. «Μπορεί να έχει δίκιο. Μπορεί να έχει άδικο. Μα αν την διώξεις, δεν θα μάθεις ποτέ. Κι εγώ… κουράστηκα να είμαι η απάντηση σε ερωτήσεις που δεν κάνεις».

Τα λόγια του έπεσαν βαριά. Η Σοφία τους κοίταζε και τους δύο, σαν να έβλεπε ξαφνικά μια άλλη σκηνή, σε άλλο σπίτι, με άλλους ανθρώπους.

«Εσείς οι δύο…» άρχισε. «Εσείς δεν είστε εδώ για μένα. Εγώ είμαι εδώ για σας».

Η Άννα την κοίταξε με απορία. «Τι εννοείς;»

«Η βίλλα δεν ήθελε να γλιτώσει εμένα από την απώλεια», είπε πικρά η Σοφία. «Ήθελε να γλιτώσει εκείνον από την ευθύνη της δικής του. Να μην παραδεχτεί ότι χάθηκε, ότι τελείωσε. Του έδωσε ένα σώμα, ένα σπίτι, μια γυναίκα που τον περίμενε. Του έδωσε… αθανασία. Κι εγώ… του έδωσα την πόρτα».

Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι. «Δεν με ρώτησαν», είπε. «Μ’ έσυραν ανάμεσα στα νερά και στο φως. Η ανάμνησή σου ήταν το σχοινί. Η λέσχη με τράβηξε από εκεί που ήμουν. Δεν ξέρω ποιον από τους δύο μας έσωσε. Ξέρω μόνο ότι… όσο είμαι εδώ, κάτι στον κόσμο μένει ανολοκλήρωτο. Κάποιο πλοίο δεν βυθίζεται όπως πρέπει. Κάποιος άλλος δεν χάνεται, γιατί η θέση είναι πιασμένη από μένα».

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Έξω, η θάλασσα δεν ακουγόταν, μα οι τρεις τους την ένιωθαν να σηκώνεται, να αλλάζει τροχιά.

Η Άννα πήρε βαθιά ανάσα. «Τότε», είπε, «ίσως η μεγαλύτερη ανατροπή δεν είναι να φέρνεις πίσω τους νεκρούς. Είναι να τους αφήνεις να φύγουν. Και να πας κι εσύ μαζί τους… αλλά όχι στη βίλλα. Στο σημείο που θα έπρεπε να είσαι εξαρχής».

Η Σοφία την κοίταξε. «Να τον χάσω πάλι;» ψιθύρισε.

«Ίσως δεν τον έχεις ποτέ όπως νομίζεις», αποκρίθηκε η Άννα. «Ίσως αυτό που σε δένει μαζί του τώρα δεν είναι αγάπη, αλλά φόβος να μείνεις με το κενό. Κι αν το κενό αυτό… είναι ο μόνος χώρος όπου μπορείς να βάλεις επιτέλους τον εαυτό σου;»

Ο Νίκος πλησίασε τη Σοφία. Για πρώτη φορά, έπιασε το χέρι της εκεί όπου δεν φορούσε δαχτυλίδι. Δεν ένιωσε μούδιασμα. Ένιωσε ένα βαθύ, ανθρώπινο ρίγος.

«Αν με αφήσεις τώρα», είπε, «δεν ξέρω πού θα πάω. Μα ξέρω ότι, τουλάχιστον, δεν θα κρατάω άλλο αυτή τη θέση. Κάποιος άλλος θα χαθεί όπως πρέπει. Κι εγώ… ίσως να γίνω επιτέλους αυτό που είμαι: μια ανάμνηση, όχι ένας ένοικος».

Τα μάτια της Σοφίας γέμισαν δάκρυα. «Κι εγώ;» ρώτησε. «Τι θα γίνω εγώ;»

Η Άννα χαμογέλασε λυπημένα. «Μια γυναίκα που έμεινε χήρα», είπε. «Ή μια γυναίκα που άνοιξε επιτέλους το παράθυρο. Ή μια γυναίκα που, κάποια μέρα, θα ανέβει σε πλοίο, όχι για να περιμένει στην ακτή. Δεν ξέρω. Μα ό,τι κι αν γίνει, θα είναι δικό σου».

Το επόμενο βράδυ, η βίλλα φωτίστηκε πιο έντονα από ποτέ. Κάποιοι είπαν πως είδαν σκιές να ανεβαίνουν στο λόφο. Μια γυναίκα με βρεγμένα μαλλιά, έναν άντρα που έσταζε νερό και μια κοπέλα με χέρια γεμάτα μικρές ουλές. Μπήκαν μέσα και η πόρτα έκλεισε.

Τι συνέβη εκεί, κανείς δεν το έμαθε ακριβώς. Μόνο ότι, μετά από ώρες, η βίλλα έμεινε σκοτεινή. Για μέρες, κανένα φως δεν άναψε στα παράθυρα. Κάποιοι τόλμησαν να πλησιάσουν και βρήκαν την πόρτα κλειδωμένη, το κουδούνι ξεβιδωμένο, το ταμπελάκι της Κυρίας Β. εξαφανισμένο.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι ιστορίες ξεθώριασαν. Μόνο που, σε κάτι παλιά φωτογραφεία, σε κάτι λευκώματα ξεχασμένα σε συρτάρια, υπήρχαν μερικές εικόνες περίεργες: μια γυναίκα στο λιμάνι, με βλέμμα στραμμένο μπροστά, όχι προς τη θάλασσα. Μια κοπέλα με κάμερα στο χέρι, χαμογελαστή, όχι στον φακό, αλλά σε κάτι έξω από το κάδρο. Κι ένας άντρας, θολός, σαν να κουνήθηκε την ώρα της λήψης, που έμοιαζε πάντα έτοιμος να φύγει πριν ακόμη τον δεις.

Κάποιοι που περνούν ακόμη από τον λόφο ορκίζονται πως, τις Τρίτες, νωρίς το βράδυ, νιώθουν ένα ρίγος, σαν να τους κοιτάζουν από παντού μάτια κλειστά. Μα όταν γυρίζουν να δουν τη βίλλα, δεν τη βρίσκουν. Στη θέση της, υπάρχει μόνο ένας κενός χώρος, σαν κάποιος να τράβηξε το σπίτι από τη φωτογραφία χωρίς να αφήσει σημάδι.

Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο κόλπο της Λέσχης: να μάθεις κάποια στιγμή πως η μεγαλύτερη τρομοκρατία δεν είναι τα φαντάσματα που ξαναγυρίζουν, αλλά οι ευκαιρίες που δεν χρειάζεσαι πια για να ζήσεις.