Αρκαδία, 13 Μαρτίου 1979. Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από τα βουνά της Γορτυνίας. Ο αέρας σφύριζε μέσα από τις χαράδρες, μια παγωμένη ανάσα που έμοιαζε να κουβαλά τους ψιθύρους των παλιών καιρών. Ο Γιώργης, με τον γιακά του παλτού του σηκωμένο, περπατούσε βιαστικά στο μονοπάτι που οδηγούσε στο Βαθύ Ρέμα. Έπρεπε να φτάσει στο χωριό πριν τα μεσάνυχτα, μα ο δρόμος ήταν μακρύς και η μοναξιά του δάσους άρχιζε να του σφίγγει την καρδιά.
Λένε πως η παλιά πέτρινη γέφυρα που ενώνει τις δυο όχθες του ρέματος δεν είναι σαν τις άλλες. Χτίστηκε λένε με αίμα και θυσία, σε χρόνους που οι άνθρωποι ακόμα πίστευαν στα στοιχειά και στους δαίμονες. Κι εκείνη τη νύχτα, καθώς ο Γιώργης πλησίαζε, η γέφυρα φάνταζε σαν ένα τεράστιο, σκοτεινό στόμα έτοιμο να τον καταπιεί.
Σταμάτησε για μια στιγμή. Η ησυχία ήταν απόλυτη, σχεδόν αφύσικη. Ούτε το νερό του ρέματος δεν ακουγόταν να κυλά. Μόνο ο δικός του χτύπος της καρδιάς, ρυθμικός και ανήσυχος. Έκανε το πρώτο βήμα πάνω στην παγωμένη πέτρα. Ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη ράχη του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο αέρας μύριζε χώμα και παλιά μούχλα, σαν να είχε ανοίξει ένας τάφος εκεί κοντά.
Προχώρησε μέχρι τη μέση της γέφυρας. Τότε το άκουσε. Ένα κλάμα. Λεπτό, θλιμμένο, σαν παιδιού που έχει χαθεί μέσα στο σκοτάδι. Ήταν τόσο σιγανό που στην αρχή νόμισε πως ήταν ο άνεμος. Μα όσο προχωρούσε, το κλάμα γινόταν πιο καθαρό, πιο απελπισμένο.
«Υπάρχει κανείς εκεί;» φώναξε, μα η φωνή του πνίγηκε μέσα στην ομίχλη που είχε αρχίσει να καλύπτει το ρέμα. Καμία απάντηση. Μόνο το κλάμα που συνεχιζόταν, πιο δυνατά τώρα, κάτω από τα πόδια του, από τα θεμέλια της γέφυρας.
Έσκυψε πάνω από το στηθαίο. Στο βάθος, μέσα στο ζοφερό σκοτάδι, νόμισε πως είδε κάτι να κινείται. Μια μικρή φιγούρα, ντυμένη στα λευκά, στεκόταν στην όχθη του ρέματος. Τα χέρια της ήταν υψωμένα προς τη γέφυρα, σαν να ζητούσε βοήθεια.
«Ποιος είσαι;» ξαναρώτησε, μα η φιγούρα δεν μίλησε. Αντ' αυτού, άρχισε να ανεβαίνει προς τη γέφυρα. Όχι περπατώντας, μα σέρνοντας το κορμί της πάνω στις πέτρες, με κινήσεις σπασμωδικές, σχεδόν απάνθρωπες.
Ο Γιώργης οπισθοχώρησε, ο φόβος πια είχε γίνει τρόμος καθαρός. Ήθελε να τρέξει, μα τα πόδια του ήταν σαν καρφωμένα στο έδαφος. Η φιγούρα έφτασε στην άκρη της γέφυρας. Το φως του φεγγαριού φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό της. Δεν ήταν παιδί. Ήταν ένα πλάσμα με δέρμα ωχρό, σχεδόν διάφανο, και μάτια λευκά, χωρίς κόρες, που έμοιαζαν να κοιτούν το άπειρο.
«Με ξέχασαν...» ψιθύρισε το πλάσμα, και η φωνή του ήταν σαν το τρίξιμο της ξερής πέτρας. «Με έχτισαν εδώ για να στεριώσει η γέφυρα. Χρόνια τώρα περιμένω κάποιον να με βγάλει.»
Άπλωσε το χέρι του. Τα δάχτυλά του ήταν μακριά και κοκαλιάρικα, με νύχια μαύρα που έμοιαζαν με νύχια αρπακτικού. Ο Γιώργης ένιωσε την παγωμένη του ανάσα στο πρόσωπό του. Ήταν η ανάσα του θανάτου.
Με μια τελευταία προσπάθεια, κατάφερε να λύσει τα πόδια του. Γύρισε και άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Άκουγε τα βήματα του πλάσματος να τον ακολουθούν πάνω στην πέτρα, ένα ρυθμικό, ανατριχιαστικό σύρσιμο.
Έφτασε στην όχθη και δεν σταμάτησε να τρέχει μέχρι που είδε τα πρώτα φώτα του χωριού. Μπήκε στο σπίτι του, κλείδωσε την πόρτα και έπεσε στο πάτωμα, τρέμοντας ολόκληρος.
Την άλλη μέρα, οι χωρικοί τον βρήκαν να κάθεται στη γωνία του δωματίου του, με τα μαλλιά του να έχουν ασπρίσει μέσα σε μια νύχτα. Δεν μίλησε ποτέ ξανά για το τι είδε στη γέφυρα. Μα κάθε φορά που φυσούσε ο βοριάς, έκλεινε τα αυτιά του για να μην ακούει το κλάμα που ερχόταν από το Βαθύ Ρέμα.
Λένε πως η γέφυρα στέκει ακόμα εκεί. Μα κανένας δεν την περνά πια μετά τη δύση του ήλιου. Γιατί οι ιστορίες λένε πως το πλάσμα περιμένει ακόμα. Περιμένει κάποιον να του δώσει τη θέση του, για να μπορέσει επιτέλους να αναπαυθεί μέσα στο χώμα που του στέρησαν.