Εκείνο το φθινόπωρο του 1898, το Μαίναλο φορούσε μια υγρή, βαριά ομίχλη, σαν να ήθελε να σκεπάσει με το άσπρο του πέπλο όλα τα μυστικά που σάπιζαν στα σπλάχνα του. Στην ανατολική πλαγιά του βουνού, λίγο έξω από την Τρίπολη, υψωνόταν το Σανατόριο της Αγίας Ευφροσύνης, ένα πέτρινο, σκοτεινό κτίσμα, πρώην αρχοντικό οίκου Φαναριωτών, που είχε μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε «θεραπευτήριο ψυχικών νόσων και νευρώσεων». Οι χωρικοί το έλεγαν απλώς «το Σπίτι των Δαιμονισμένων», είτε από φόβο είτε από ανακούφιση που οι τρελοί βρίσκονταν πίσω από κλειδωμένες πόρτες.
Ο Ανδρέας Καραμάνης, νεαρός γιατρός με σπουδές στην Αθήνα και με φιλοδοξίες να γίνει καθηγητής της Ψυχιατρικής, είχε αναλάβει, σχεδόν τιμωρητικά, τη νυχτερινή βάρδια εκείνον τον χειμώνα. Ήταν ο μόνος από τους γιατρούς που δεν διέθετε επιφανή συγγενή ή προστασία· κι έτσι, όταν οι νυχτερινές βάρδιες έπρεπε να καλυφθούν, το βλέμμα του διευθυντή σταματούσε πάντοτε στη δική του θέση, στο τέλος του καταλόγου.
Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν σημάνει η καμπάνα του μικρού παρεκκλησιού ένδεκα φορές, ο Ανδρέας στάθηκε στο παράθυρο του γραφείου του. Η βροχή έπεφτε λοξά, μαστιγώνοντας τα τζάμια· στο βάθος φάνηκαν για λίγο τα φώτα από κάποιο κάρο που ανηφόριζε τον δρόμο, χορεύοντας μέσα στην ομίχλη. Το Σανατόριο ήταν σχεδόν βυθισμένο στη σιωπή, σιωπή κοφτερή, φορτωμένη ανάσες και άρρυθμους χτύπους καρδιάς, που μόνο ένας άνθρωπος σαν τον Ανδρέα, μαθημένος να αφουγκράζεται, μπορούσε να διακρίνει.
Έσκυψε πάνω από το ημερολόγιο υπηρεσίας. Με λεπτά, επιμελημένα γράμματα κατέγραψε:
«Νυχτερινή βάρδια 13ης Νοεμβρίου 1898.
Εν υπηρεσία: Καραμάνης Ανδρέας, ιατρός.
Ασθενείς: 23. Κατάσταση: σταθερή.
Σημείωση: Θόρυβοι στον άνω διάδρομο, πηγή άγνωστη· ενδεχομένως σωληνώσεις ή άνεμος.»
Το χέρι του δίστασε στο τελευταίο σημείο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε εκείνους τους βηματισμούς πάνω από το γραφείο του, στο παλιό ξύλινο δάπεδο της σοφίτας. Μα στο σχέδιο του κτιρίου, όσο κι αν είχε ψάξει, η σοφίτα ήταν σημειωμένη ως κλεισμένη, γεμάτη «αχρησιμοποίητα αντικείμενα», όπως είχε πει ο διευθυντής, κι «άκρως επικίνδυνη» για να ανεβαίνει κανείς.
Ωστόσο, κάθε νύχτα, λίγο μετά την ενδέκατη ώρα, κάποιος ή κάτι περπατούσε αργά, επιμονετικά, πάνω από το κεφάλι του.
Ο Ανδρέας έκλεισε το ημερολόγιο και, ψιθυρίζοντας σχεδόν ειρωνικά, σαν να μιλούσε στον εαυτό του, είπε: «Επιστήμη, Ανδρέα. Ό,τι δεν εξηγείται ακόμα, οφείλεται στην άγνοιά μας, όχι σε φαντάσματα.»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο ήχος ακούστηκε ξανά. Μια βαριά, συρτή κίνηση, σαν να έσερναν κάσα ή σιδερένιο κρεβάτι πάνω στο παλιό πάτωμα. Ακολούθησε ένα ρυθμικό περπάτημα: τρία βήματα, παύση, άλλα δύο, παύση, ένα τρίτο ακόμη πιο αργό, επίμονο, σαν χωλό.
Ο Ανδρέας ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει τη ραχοκοκαλιά. Αποφάσισε, αυτή τη φορά, να μην αρκεστεί στις εξηγήσεις. Πήρε το φανάρι, κρέμασε το παλτό στους ώμους του και βγήκε στον διάδρομο.
Ο Διάδρομος των Σκιών
Ο κεντρικός διάδρομος του Σανατορίου ήταν μακρύς, στενός, με πέτρινα τόξα να σκεπάζουν τη διαδρομή ως το παλιό ξύλινο κλιμακοστάσιο. Από τα δωμάτια των ασθενών έφταναν πνιχτοί βόγγοι, ψίθυροι, άλλοτε σπασμωδικά γέλια. Ένα κορμί σάλεψε πίσω από τα κάγκελα του δωματίου 7· ήταν ο κυρ-Παναγής, πρώην δάσκαλος, που από τότε που έχασε τη γυναίκα και τα δυο του παιδιά στην επιδημία χολέρας έμοιαζε να συνομιλεί μόνο με σκιές.
«Γιατρέ…» ψιθύρισε ο Παναγής, καθώς άκουσε τον ήχο από τα βήματα και είδε το φως του φαναριού. «Πάλι ανέβηκαν… Πάλι…»
«Ποιοι, κύριε Παναγή;» ρώτησε ο Ανδρέας, σταματώντας μπροστά στα κάγκελα.
Ο γέρος ανασηκώθηκε, πλησίασε τόσο κοντά, ώστε το μούτρο του σχεδόν άγγιξε τα σίδερα. «Οι ανεβασμένοι, γιατρέ. Εκείνοι που δεν κατέβηκαν ποτέ. Τους ακούω κάθε νύχτα, πάνω από τον θόλο, σαν να μη βρίσκουν τα σκαλοπάτια να κατέβουν…»
Ο Ανδρέας προσπάθησε να μη δείξει την ταραχή του. «Θα σας δώσω το φάρμακό σας», είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Και θα κοιμηθείτε. Ο ύπνος θα σας βοηθήσει.»
Άνοιξε τη μικρή θυρίδα στην πόρτα, έδωσε τα χάπια κι ένα ποτήρι νερό. Τα χέρια του Παναγή έτρεμαν. Καθώς κατάπινε, ψιθύρισε, με μάτια που γυάλιζαν στο φως: «Εσείς, γιατρέ, έχετε ακούσει ποτέ άνθρωπο να περπατά και να μη φτάνει ποτέ κάπου; Να πηγαίνει και να πηγαίνει, μα πάντα στο ίδιο σανίδι; Αν τον ακούσετε… τότε πια δε θα κοιμηθείτε ποτέ ξανά…»
Ο Ανδρέας απομακρύνθηκε σχεδόν βιαστικά. Δεν ήθελε, ή μάλλον δεν τολμούσε, να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση. Ανέβηκε τη σκάλα. Στον πρώτο όροφο, τα δωμάτια των «ηπιότερων περιπτώσεων» ήταν σχεδόν βουβά. Μόνο ένας νεαρός, ο Θεμιστοκλής, κρυπτομανής κι ερασιτέχνης ποιητής, άκουγε από το κρεβάτι του τον άνεμο και τον μετέγραφε σε λέξεις στο μικρό του τετράδιο.
«Γιατρέ», φώναξε με μια παράξενη, σχεδόν μελωδική φωνή, καθώς ο Ανδρέας περνούσε, «σήμερα ο άνεμος τραγουδά σε μινόρε. Αλλά εκεί πάνω… εκεί πάνω ακούγεται μαρς κηδείας.»
Ο Ανδρέας τον αγνόησε. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν η σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Ήταν κλειστή με βαριά, σιδερένια πόρτα, στην οποία κρεμόταν ένα σκουριασμένο λουκέτο. Κι όμως, πίσω από την πόρτα εκείνη, τα βήματα συνέχιζαν με τον ίδιο ρυθμό: τρία, παύση, δύο, παύση, ένα.
Πλησίασε. Έβαλε το αυτί του πάνω στο παγωμένο μέταλλο.
Η αίσθηση ήταν ότι κάποιος βάδιζε σχεδόν δίπλα του, πίσω από μια αόρατη μεμβράνη. Ο ήχος δεν έμοιαζε ούτε με άνεμο ούτε με ζώο· ήταν βαρύς, ανθρώπινος, σχεδόν γνώριμος.
«Ποιος είναι εκεί;» φώναξε, προτού προλάβει να σκεφτεί. Η φωνή του αντήχησε στον στενό χώρο, επέστρεψε τριπλή, αλλοιωμένη.
Τα βήματα σταμάτησαν.
Μια σιωπή τόσο πυκνή απλώθηκε, που μπορούσε να την κόψει κανείς με μαχαίρι. Κατόπιν, κάτι ψιθυρίστηκε, όχι λέξη καθαρή, μόνο μια ανάσα, σαν συριστικό γέλιο ή λυγμός.
Ο Ανδρέας έκανε πίσω. Η λογική του επαναστάτησε. «Υγρασία, ξύλα, διαστολές…» μουρμούρισε. «Και μια φαντασία κουρασμένη από αϋπνίες.»
Γύρισε στο γραφείο του, αποφασισμένος να συνεχίσει τη βάρδια του χωρίς άλλες εξερευνήσεις.
Το Ημερολόγιο της Μοναχής
Στο γραφείο, πάνω από το βαρύ, ξύλινο γραφείο από καρυδιά, υπήρχε ένα μικρό, κλειδωμένο ντουλάπι. Τα κλειδιά του τα είχε ο διευθυντής, αλλά ο Ανδρέας, με τον σκεπτικισμό και την περιέργεια του νέου επιστήμονα, είχε καταφέρει πριν από μήνες να φτιάξει ένα μικρό, λεπτό σιδεράκι, ένα αυτοσχέδιο εργαλείο με το οποίο άνοιγε περιστασιακά την κλειδαριά.
Εκεί μέσα φυλάσσονταν παλιά έγγραφα, κατάλογοι ασθενών, κι ένα λεπτό, φθαρμένο τετράδιο, δεμένο με κλωστή: το Ημερολόιο της Μοναχής Θεοκτίστης. Το είχε βρει τυχαία ανάμεσα σε κίτρινες σελίδες ληξιαρχικών πράξεων. Η Θεοκτίστη ήταν, σύμφωνα με μια σημείωση στο εσωτερικό εξώφυλλο, η τελευταία μοναχή της μονής που άλλοτε λειτουργούσε στο ίδιο κτίσμα, όταν το Μαίναλο φιλοξενούσε ασκητές και όχι «νευροπαθείς».
Ο Ανδρέας άνοιξε το ημερολόγιο στη σελίδα που είχε σταματήσει την προηγούμενη νύχτα. Η γραφή ήταν καλλιγραφική, αλλά η πένα είχε φανερά χάσει τη σταθερότητά της προς το τέλος.
«18 Νοεμβρίου 1821.
Απόψε, μετά τις εννέα, όταν οι αδελφές αποσύρθηκαν στα κελιά τους, άκουσα πάλι εκείνον τον βηματισμό πάνω από την οροφή του κελιού μου. Πρώτον νόμισα πως ήταν ο παπάς Σέργιος, ο οποίος συνηθίζει να επισκοπεί τα κιβώτια στη σοφίτα. Μα ο παπάς κείτεται αναπαυμένος στο κοιμητήριον από την περασμένη Τρίτη. Οι αδελφές εορτάζουν την ανάπαυσή του, εγώ όμως ακούω το βήμα του να συνεχίζει, να πηγαινοέρχεται, χωρίς ποτέ να κατεβαίνει τη σκάλα. Φοβούμαι ότι η ψυχή του εστάθη ανάμεσα ουρανού και γης.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Γύρισε σελίδα.
«19 Νοεμβρίου 1821.
Η ηγουμένη λέγει να μη δίδω σημασία. Λέγει ότι ο ήχος είναι από τα βαρέλια με το λάδι, τα οποία, όταν κενούνται, συσπώνται και βογγούν. Εγώ όμως, ταπεινή και ανάξια Θεοκτίστη, ορκίζομαι ενώπιον του Θεού ότι άκουσα όχι μόνον βήμα, αλλά και τον ρυθμό της καρδίας του παπά Σέργιου επάνω από το κεφάλι μου. Και Θεός σχωρέσ' με, θαρρώ πως άκουσα το όνομά μου ανάμεσα στα χτυπήματα.»
Τα δάχτυλα του Ανδρέα έτρεμαν. Ένιωσε την ανάγκη να σηκωθεί, να περπατήσει λίγο στο δωμάτιο, σαν να μπορούσε έτσι να αποτινάξει τη σύμπτωση. 1821, 1898· σχεδόν ογδόντα χρόνια και τα ίδια βήματα, στην ίδια σοφίτα.
Έσβησε τη σκέψη, σχεδόν βίαια. Έριξε μια ματιά στο ρολόι. Πλησίαζε μεσάνυχτα.
Σαν να υπάκουε σε αόρατη διαταγή, ο ήχος επέστρεψε.
Εκείνη τη νύχτα, όμως, δεν έμεινε μονοδιάστατος. Πάνω από τα βήματα, πίσω τους, μέσα τους, άρχισε να υφαίνεται ένας ψίθυρος. Στην αρχή σαν φύσημα, έπειτα σαν λόγος ακατάληπτος, με συλλαβές σπασμένες, σαν να περνούσε μέσα από νερό.
Ο Ανδρέας ένιωσε πως δεν άντεχε άλλο τη γραφειοκρατία της λογικής. Πήρε ξανά το φανάρι και βγήκε στον διάδρομο.
Η Πόρτα που Δεν Άνοιγε
Η σκάλα προς τη σοφίτα, με τα σκαλοπάτια της φαγωμένα από τα χρόνια, έτριζε ακόμη κι όταν κανείς δεν ανέβαινε, σαν να θυμόταν την παλιά της χρήση, να μεταφέρει μοναχούς, βαρέλια με ψάρια, κάσες με βιβλία και φέρετρα με σώματα λησμονημένων αδελφών.
Ο Ανδρέας στάθηκε πάλι μπροστά στην πόρτα. Έριξε το φως του φαναριού πάνω στο λουκέτο.
Κι ανατρίχιασε. Το λουκέτο δεν ήταν κλειστό. Η σιδερένια του γλώσσα κρεμόταν στο πλάι, σαν να το είχαν ανοίξει πρόσφατα. Τα σημάδια της σκουριάς είχαν σπάσει, κι ένα λεπτό, σκουρόχρωμο ρυάκι, που έμοιαζε με βρόχινο νερό ή με κάτι άλλο, είχε σχηματίσει ένα μονοπάτι πάνω στην πόρτα.
«Αυτό είναι αδύνατον…» ψιθύρισε. Ο διευθυντής ήταν μανιακός με την τάξη και τα κλειδιά. Οι νοσοκόμες δεν ανέβαιναν ποτέ παραπάνω από τον πρώτο όροφο. Οι ασθενείς… όχι, δεν υπήρχε ασθενής που να μπορούσε να απελευθερώσει το λουκέτο χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Κι όμως, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Πίσω της απλωνόταν ένα σκοτάδι που δεν έμοιαζε με εκείνο των διαδρόμων. Ήταν πυκνότερο, σχεδόν απτό, σαν να είχε συσσωρευθεί από δεκαετίες ανέγγιχτης νύχτας.
Ο Ανδρέας ανέπνευσε βαθιά. «Μονάχα μια αποθήκη είναι», είπε. «Μονάχα μια παλιά αποθήκη.»
Έσπρωξε την πόρτα. Η μυρωδιά που τον υποδέχτηκε ήταν μείγμα μούχλας, κεροζίνης και κάτι υπόξινου, που έφερε στον νου αίμα ξεχασμένο πάνω σε πέτρα. Τα πρώτα βήματα στο πάτωμα αποκάλυψαν την πηγή του ήχου: τα σανίδια ήταν άνισα· κάποια πιο χαλαρά, κάποια σπασμένα. Κάθε φορά που τα πατούσε, σχημάτιζαν μια σειρά ήχων, σαν κάποιος να τα είχε εκπαιδεύσει να παράγουν ρυθμό.
Προχώρησε με προσοχή. Γύρω του στοιβάζονταν σκόρπια αντικείμενα: σιδερένια κρεβάτια πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο, παλιά ράντζα με φθαρμένα στρώματα, ξύλινα κιβώτια, εικόνες αγίων με ραγισμένα τζάμια, μια ξεχασμένη καρέκλα εξομολόγησης.
Στο βάθος, κοντά στο χαμηλό παράθυρο που άφηνε να μπει μια λωρίδα θαμπό φως, στεκόταν κάτι που έμοιαζε με μικρή σκηνή. Ένα τετράγωνο, περιφραγμένο με ξύλινα δοκάρια, πάνω στα οποία κρέμονταν παλιά σεντόνια και ένα σχοινί, σαν αυτοσχέδια κουρτίνα.
Ο Ανδρέας άκουσε τον ίδιο ρυθμό βημάτων κάτω από τα πέλματά του. Τρία βήματα, παύση, δύο, παύση, ένα. Μα αυτή τη φορά δεν ερχόταν από μακριά· γεννιόταν από το ίδιο το πάτωμα, ακριβώς όπου στεκόταν.
Έσκυψε. Το φως του φαναριού αποκάλυψε μια σειρά από σκουρόχρωμους λεκέδες που ακολουθούσαν μια διαδρομή, από τη σκάλα έως τη «σκηνή» με τα σεντόνια. Ήταν παλιοί, σχεδόν απαράμιλλοι με το ξύλο, μα σε μερικά σημεία παρέμεναν πιο έντονοι, πρωιμοί, σαν να είχαν ανανεωθεί.
Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρήγορα, ασύμμετρα. «Υπάρχει εξήγηση», είπε. «Πάντα υπάρχει εξήγηση.» Τράβηξε το σεντόνι.
Η Αυτοσχέδια Αίθουσα
Πίσω από το σεντόνι αποκαλύφθηκε ένας στενός χώρος, τόσο χαμηλός που ένας άνθρωπος μέτριου αναστήματος θα έπρεπε να σκύψει για να μπει. Στους τοίχους κρέμονταν, με καρφιά, χαρτιά, σκισμένα φύλλα από βιβλία, με σημειώσεις γραμμένες σε διαφορετικά χέρια, διαφορετικής ηλικίας μελάνης.
Στο κέντρο του μικρού χώρου υπήρχε μια καρέκλα κι απέναντί της ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο βρισκόταν ακόμη ένα σκουριασμένο ζευγάρι χειροπέδες, βιδωμένο στο ξύλο. Δίπλα, ένα μεταλλικό εργαλείο, κάτι ανάμεσα σε ιατρικό εργαλείο και βασανιστικό όργανο.
Ο Ανδρέας ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό του. Παρά τον φόβο, πλησίασε την πρώτη σελίδα στον τοίχο. Το φως φανέρωσε λέξεις με παιδική, σχεδόν αδέξια ορθογραφία: «Εγώ, ο Ιωάννης, υπόσχομαι ότι δεν θα φωνάξω άλλο. Άμα φωνάζω, θα με ανεβάζουν. Άμα δεν φωνάζω, θα με αφήνουν να κοιμάμαι κάτω.»
Δίπλα, σε άλλη σελίδα, πιο παλιά, με πιο σταθερό χέρι: «Εγώ, η αδελφή Μαρία, ομολογώ ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας ότι ήκουσα τους βηματισμούς επάνω από το κελί μου και δεν ετόλμησα να μεταλάβω την αδελφή Θεοκτίστη. Ο φόβος με έκαμε λιποτάκτην του ελέους.»
Πιο πέρα, με καλλιγραφικά, σχεδόν όμορφα γράμματα: «Εγώ, ο ιατρός Μιχαήλ Λεβαντίνος, ομολογώ ότι έφερα ασθενείς εδώ, εις το άνω δωμάτιον, ίνα δοκιμάσω νέαν μέθοδον θεραπείας των ψυχικών νόσων. Έδενα τους ασθενείς εις την καρέκλαν και τους εξέθετα εις το σκότος και τους ήχους, ίνα εξαναγκάσω την ψυχήν να εξέλθει των αυταπατών της. Ενίοτε η ψυχή εξήρχετο, αλλ' ουχί προς τα κάτω.»
Ο Ανδρέας ένιωσε ότι ο χώρος στένευε. Ο αέρας έγινε βαρύς. Οι λέξεις, ξεθωριασμένες και φαγωμένες από τον χρόνο, απέκτησαν μια παράξενη ζωντάνια, σαν να ψιθυρίζονταν ξανά εκείνη τη στιγμή.
Ο ήχος των βημάτων ξανάρχισε. Μόνο που τώρα ο Ανδρέας βρισκόταν στην πηγή. Ένιωθε τον πάτο των παπουτσιών του να πάλλεται, σαν κάτι κάτω από τα σανίδια να κλοτσούσε. Τρία χτυπήματα, σταθερά, έπειτα δύο, πιο βιαστικά, κι ένα τελευταίο, σαν σπασμός.
Σήκωσε το φανάρι και κοίταξε προς την καρέκλα. Για μια στιγμή, ορκίστηκε ότι είδε έναν άνδρα δεμένο εκεί. Το κεφάλι του κρεμόταν, τα μαλλιά έκρυβαν το πρόσωπο, τα χέρια ήταν δεμένα στις χειροπέδες, κι ένα λεπτό ρεύμα σκουρόχρωμου υγρού έσταζε από τα δάκτυλα, έπεφτε στο πάτωμα με ρυθμό. Τρεις σταγόνες, παύση, δύο, παύση, μία.
Ο Ανδρέας τρεμόπαιξε τα βλέφαρα. Η εικόνα χάθηκε. Η καρέκλα ήταν άδεια. Κι όμως, οι σταγόνες συνέχισαν να ακούγονται.
Η Επιστροφή
Ο Ανδρέας βγήκε σχεδόν τρέχοντας από τη σοφίτα, κατέβηκε τις σκάλες, παραλίγο να παραπατήσει στο τελευταίο σκαλοπάτι. Η καρδιά του χτυπούσε στα αυτιά του. Ο ιδρώτας είχε μουσκέψει το πουκάμισό του, παρά το ψύχος.
Στον διάδρομο, οι νοσοκόμες κοιτούσαν με απορία. «Κύριε γιατρέ;» είπε η Ελένη, η νεότερη, με την τρομαγμένη φωνή ενός κοριτσιού που μπλέχτηκε σε κόπο πιο μεγάλο απ' όσο βαστάει η ψυχή της. «Συμβαίνει κάτι; Ακούστηκαν… φωνές.»
Ο Ανδρέας συνειδητοποίησε τότε ότι είχε φωνάξει. Δεν θυμόταν τι. «Τίποτα», είπε κοφτά. «Ελέγξτε τους ασθενείς, βεβαιωθείτε ότι είναι στις θέσεις τους.»
Η Ελένη έφυγε τρέχοντας. Ο Ανδρέας μπήκε ξανά στο γραφείο. Έκλεισε την πόρτα, έριξε τον σύρτη. Στάθηκε μπροστά στο γραφείο, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις του.
Πρέπει να γράψω, σκέφτηκε. Αν γράψω, θα πάρουν μορφή, θα μπουν σε τάξη. Άνοιξε πάλι το ημερολόγιο υπηρεσίας.
«Μεσάνυχτα. Βηματισμοί στη σοφίτα. Η πόρτα βρέθηκε ανοικτή, χωρίς εμφανή επέμβαση. Εντός του χώρου ευρέθησαν ίχνη παλαιών πειραμάτων. Πιθανώς πρόκειται για χώρο όπου παλαιότερα ελάμβανον χώρα μη εγκεκριμένες θεραπευτικές δοκιμές επί ψυχικών ασθενών. Οι ήχοι, οι ρυθμοί των βημάτων, η εντύπωσις δεμένου σώματος επί καρέκλας, πιθανόν προϊόν κόπωσης, συναισθηματικής φόρτισης και υποβολής από τα αναγνώσματα της μοναχής Θεοκτίστης.»
Η πένα άρχισε να τρέμει. Κάθε λέξη που έγραφε έμοιαζε κούφια. Τα επιχειρήματά του έπεφταν στο χαρτί σαν στρατιωτάκια χωρίς όπλα, ανάξια να πολεμήσουν το σκοτάδι που είχε δει.
Τότε άκουσε την καμπάνα του παρεκκλησιού. Μία φορά. Δύο. Τρεις. Δεν ήταν ώρα. Η καμπάνα χτυπούσε μόνο στις έξι το πρωί, στην έγερση, και στις οκτώ το βράδυ, στην κατάκλιση. Τώρα ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Ο Ανδρέας σηκώθηκε απότομα. Κοίταξε από το παράθυρο προς το μικρό καμπαναριό. Η καμπάνα κουνιόταν. Και κάτω από το καμπαναριό, στην αυλή, κάποιος στεκόταν, κοιτώντας προς το γραφείο του. Η φιγούρα ήταν σκούρα, ακαθόριστη, μα ήταν φανερό ότι φορούσε κάτι σαν ράσο. Το πρόσωπο κρυβόταν στη σκιά.
Ο Ανδρέας ένιωθε, ωστόσο, το βλέμμα να τον διαπερνά. «Παπάς Σέργιος…» ψιθύρισε, δίχως να ξέρει από πού του ήρθε το όνομα. Η φιγούρα έμεινε ακίνητη, ενώ η καμπάνα συνέχιζε τον αταίριαστο, νεκρικό της ρυθμό. Κάθε χτύπος φαινόταν να συντονίζεται με έναν παλμό μέσα στο κρανίο του. Τρία χτυπήματα, παύση, δύο, παύση, ένα.
Η αυλή, όμως, ήταν περίκλειστη. Η πόρτα της κεντρικής εισόδου ήταν κλειδωμένη από μέσα. Όποιος βρισκόταν εκεί έξω δεν είχε περάσει από τα μάτια του θυρωρού ή δεν είχε ανάγκη από κλειδιά.
Ο Όρκος
Το ξημέρωμα βρήκε το Σανατόριο αναστατωμένο. Οι νοσοκόμες μιλούσαν κρυφά, δείχνοντας πότε τον διάδρομο, πότε την αυλή. Ο θυρωρός έλεγε πως είχε ακούσει την καμπάνα, μα «κανείς δεν πέρασε, το ορκίζομαι στον Σταυρό».
Ο διευθυντής, άντρας ψυχρός, με παχύ μουστάκι και μάτια που έμοιαζαν να βλέπου μόνο αριθμούς και πρωτόκολλα, κάλεσε τον Ανδρέα στο γραφείο του. «Γιατρέ Καραμάνη», είπε με τη φωνή του που θύμιζε ξερό ξύλο, «το Σανατόριό μας έχει καλή φήμη. Δεν θα την κηλιδώσουμε με ιστορίες για καμπάνες και φαντάσματα. Ελπίζω να μη συνέβαλε η συμπεριφορά σας στην αναστάτωση.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την ανάγκη να ουρλιάξει. Να του πει για τη σοφίτα, για τις σελίδες στον τοίχο, για την καρέκλα με τις χειροπέδες, για τον άντρα που είδε ή νόμισε ότι είδε δεμένο πάνω της. Μα η λογική του, εκείνο το ξημέρωμα, στάθηκε με το μέρος της σιωπής. «Όχι, κύριε διευθυντά», απάντησε. «Η καμπάνα ίσως προκλήθηκε από τον άνεμο. Τα υπόλοιπα είναι φαντασιοπληξίες του προσωπικού. Θα φροντίσω να τις κατευνάσω.»
Ο διευθυντής τον κοίταξε με δυσπιστία, μα δεν μίλησε άλλο. Τον απέλυσε με μια κίνηση του χεριού.
Όταν ο Ανδρέας έμεινε μόνος, πήγε όχι στο γραφείο, αλλά στο παρεκκλήσι. Άναψε ένα κερί μπροστά στην εικόνα της Αγίας Ευφροσύνης, μα τα μάτια του δεν σταμάτησαν εκεί· περιπλανήθηκαν στους τοίχους, στις αποχρώσεις του καπνού, στα παλιά τάματα, στα σκουριασμένα καρφιά. Έσκυψε το κεφάλι. «Αν υπάρχεις…» ψιθύρισε, χωρίς να ξέρει σε ποιον μιλούσε. «Δώσε μου είτε τη γνώση να εξηγήσω αυτό που είδα είτε τη λήθη να το ξεχάσω. Ό,τι είναι χειρότερο, κράτησέ το μακριά μου.»
Το κερί τρεμόσβησε. Για μια στιγμή, ο αέρας πάγωσε. Ύστερα, τίποτα.
Όμως, εκείνο το βράδυ, καθώς η νύχτα έπεφτε ξανά πάνω στο Μαίναλο, ο Ανδρέας ένιωσε πως ο όρκος που μόλις είχε δώσει δεν ήταν ο μόνος που έδεσε τη ζωή του με το Σανατόριο. Κάπου, σε κάποιαν άλλη εποχή, κι ένας άλλος ιατρός, κι ένας άλλος ιερέας, κι ένα παιδί, κι ένας τρελός δάσκαλος, όλοι είχαν αφήσει τη σφραγίδα του φόβου τους στα σανίδια της σοφίτας. Κι αυτός, ο Ανδρέας, δεν ήταν παρά ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας που δεν έσπασε ποτέ.
Εκείνη τη νύχτα, όταν κάθισε ξανά στο γραφείο του, άκουσε πάλι τα βήματα. Τρία, παύση, δύο, παύση, ένα. Μα τώρα, ανάμεσα στους ήχους, ξεχώρισε καθαρά δύο συλλαβές, σαν ανάσα πάνω στο αυτί του, μέσα στο ίδιο του το κρανίο: «Ε-λά…»
Κι ένιωσε, χωρίς να βλέπει πια τίποτα, ότι κάποιος στεκόταν ακριβώς πίσω του, τόσο κοντά που, αν άπλωνε το χέρι, θα άγγιζε το παλτό του ή τη ράχη της καρέκλας του ή τον ίδιο του τον σβέρκο. Δεν γύρισε να κοιτάξει. Έσκυψε πάνω από το χαρτί, πήρε την πένα κι άρχισε να γράφει. Όχι πια για την υπηρεσία, αλλά για τον εαυτό του, με την ελπίδα πως, κλείνοντας τα γεγονότα με λέξεις, θα τα κρατούσε έξω από τον νου του.
«Νυχτερινή βάρδια, άγνωστης ημερομηνίας. Οι βηματισμοί συνεχίζονται. Δεν γνωρίζω πια αν προέρχονται από τη σοφίτα ή από το εσωτερικό μου. Αν κάποιος, ποτέ, βρει αυτές τις σελίδες, ας γνωρίζει: ο χώρος πάνω από τα κεφάλια μας δεν είναι άδειος· είναι γεμάτος βήματα που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.»
Σταμάτησε. Η πένα έσταξε μια σταγόνα μελάνι, που έπεσε στο χαρτί, σχηματίζοντας έναν μικρό, σκούρο λεκέ. Τρεις σταγόνες, παύση, δύο, παύση, μία.
Και, για πρώτη φορά, ο Ανδρέας κατάλαβε με τρόμο ότι δεν ήταν πια ο μοναδικός συγγραφέας αυτού του ημερολογίου. Οι άλλοι, οι ανεβασμένοι, έγραφαν μαζί του, με τον ρυθμό των βημάτων τους, χαράζοντας στις γραμμές όχι λέξεις, αλλά σιωπή. Μια σιωπή που, όπως και τα βήματά τους, δεν θα κατέβαινε ποτέ.