Μαρτυρίες Πείνας στο Χωριό μου
Ήμουν ακόμη παιδί όταν άκουσα στο οικογενειακό περιβάλλον τις αφηγήσεις για τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, τα σκοτεινά χρόνια της μεγάλης πείνας του 1941 και 1942, που δάγκωνε τα σωθικά σαν αγρίμι αλύπητο. Ο πατέρας μου, που ζει ακόμα και διατηρεί ζωντανές στη μνήμη του εκείνες τις ημέρες, μαζί με τους ηλικιωμένους του χωριού, άντρες και γυναίκες με ψυχές στιβαρές, γέμιζαν τις νύχτες μου με αφηγήσεις γεμάτες τρόμο και αμείωτο πείσμα, σαν ζυμωμένο χώμα που κρατά την αντοχή του μέσα σε κάθε καταιγίδα.
«Τα αγαθά έλειπαν», ανέφερε συχνά ο πατέρας, και η ματιά του σκοτείνιαζε, μεταφέροντας το βάρος του πόνου κάθε μάνας που έχασε το παιδί της. Η πείνα ήταν αδυσώπητη ζωγράφος της καθημερινότητας, εμφανής στα πρόσωπα και τις ψυχές των ανθρώπων. Οι τυχεροί που είχαν έστω μιά γίδα κατάφερναν να σώσουν τα παιδιά τους, καθώς το λίγο γάλα αποτελούσε μοναδική τροφή για τα νήπια. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία βίωνε την πλήρη στέρηση. Το ψωμί, κάποτε σύμβολο ζωής και αφθονίας, μεταβλήθηκε σε πολυτέλεια. Οι λίγες μπουκιές ψωμιού, μοιρασμένες για πέντε ή έξι άτομα, ξεγελούσαν τον πόνο της πείνας στιγμιαία. Σε αυτά τα πιάτα, εάν υπήρχαν, προστίθεντο βραστά χόρτα και λίγη μυζήθρα, ό,τι είχε απομείνει από το τυρί.
Το σιτάρι σπάνιζε, και οι τύποι του ψωμιού, όπως το κριθαρένιο ή το αραποσιτένιο (μπομπότα), ήταν σπάνιοι και πολύτιμοι όσο ένα δάκρυ στον καύσωνα. Ακόμη και το ψωμί από βελανίδια και άγρια αχλάδια, σπασμένα και αλεσμένα στο μύλο, γέμιζε τα στομάχια της απελπισίας, αλλά δίχως καμία παρηγοριά.
Πολλοί συμπατριώτες μας που δεν είχαν ζώα αναλάμβαναν την ίδια τη μεταφορά αλατιού, πηγαίνοντας στα Λεχαινά και στο Κατάκολο και φορτώνοντας όσο μπορούσαν να σηκώσουν. Το αλάτι αυτό το μετέφεραν στο χωριό και από εκεί προωθούνταν προς τα χωριά των Καλαβρύτων, όπου ανταλλασσόταν με αραποσίτι ή άλλα τρόφιμα όπως φασόλια και φακές. Άλλοι δε πηγαινοέρχονταν στο Άργος για να προμηθευτούν καπνό, επιδίδονται σε ανάλογες συναλλαγές, δεδομένου ότι το νόμισμα ήταν ανύπαρκτο και χωρίς αξία λόγω της υπερπληθωριστικής κρίσης.
Γύρω από τα τραπέζια, ηλικιωμένοι και παιδιά με μάτια χωρίς λόγια συντροφιάζονταν μοιραζόμενοι ό,τι περίσσευε, αρκούμενοι στο να ξεγελάσουν την πείνα έστω στιγμιαία. Τα βραστά χόρτα, τα αγριοχόρταρα, ήταν η παρηγοριά των μανάδων, που τα κουβάλαγαν σε κοφίνια, γεμίζοντας τις κατσαρόλες με λίγη ανακούφιση, ζεσταίνοντας τις καρδιές ολόκληρων οικογενειών.
Κύρια τροφή, εκτός από τα λαχανικά, ήταν ο χυλός με μπομποτάλευρο και το ξυδόλαδο, γεύσεις που γίνονταν σύμβολο της επιβίωσης. Τα φρούτα, όταν ο καιρός το επέτρεπε, το λαθούρι και τα χλωρά ρεβίθια, τα λεγόμενα «μπανάνες» και «αράπικα φυστίκια», ήταν μικρές νίκες στη σκληρή καθημερινότητα.
Παράλληλα, η κραυγή των ανθρώπων αντηχούσε σαν αδιάκοπος σφυγμός. Σε άλλες περιοχές πολλοί έχαναν τη ζωή τους από ελονοσία. Εμείς, ωστόσο, με ευνοϊκό κλίμα, τα αμπέλια, τις ελιές και την αλληλεγγύη, καταφέραμε να αντέξουμε. Ωστόσο, ο χειμώνας εκείνος έφερε το θάνατο σε πολλά παιδιά και νεογέννητα· η πείνα ήταν αδυσώπητη και δεν έκανε εξαιρέσεις.
Ενώ πέρασαν τα χρόνια, οι ψυχές εκείνων ζουν έντονα ανάμεσά μας. Όσοι πέτυχαν να επιζήσουν εκείνης της εποχής δεν μπορούν να λησμονήσουν το ανείπωτο βάρος που φέρει η μνήμη, μια κατάρα που βαραίνει το αίμα και αλλάζει το χρώμα του προσώπου κάθε φορά που οι ιστορίες ξαναφέρνονται στο φως. Εμείς οι νεότεροι ακούμε αυτές τις αφηγήσεις τόσο συχνά που μοιάζουν παραμύθια, μα δεν είναι.
«Ας δώσει ο Θεός να μη ζήσει κανείς τέτοιες στιγμές», έλεγε πάντα ο πατέρας. Και εγώ τότε, παιδί, δεν αντιλαμβανόμουν το μέγεθος αυτής της ευχής. Τώρα, που ξαναφέρνω στη μνήμη μου εκείνες τις ιστορίες, νιώθω βαθιά ντροπή για τις ασήμαντες δυσκολίες που μας ταράζουν σήμερα. Δίπλα στον πόνο εκείνων των χρόνων, όσα ζούμε μοιάζουν θραύσματα σκιάς, ψίθυρος ζωής που πασχίζει να μην εξαφανιστεί.