Η Φωτεινή και το μεγάλο ΟΧΙ κάτω από τη σκιά του ευκαλύπτου

Ήταν εκείνη η δροσερή αυγή του φθινοπώρου, όταν η ομίχλη απλώθηκε απαλά πάνω στα δέντρα του μικρού χωριού μας, φλόγες αρχαίες, που φώτιζαν τις μνήμες και προστάτευαν τα κρυμμένα μυστικά του τόπου. Ο ήχος της καμπάνας, βαθύς και μελωδικός, σκέπαζε την πλατεία, καλώντας τους κατοίκους σε πνευματική σύναξη, μέσα σε ατμόσφαιρα κατάνυξης και ιερής σιωπής.

Η 28η Οκτωβρίου του 1940 έλαμψε, σαν αστραπή, ανάβοντας στις ψυχές των Ελλήνων τη σπιθαμή της άρνησης. Ο Ιωάννης Μεταξάς, με το αδιαπέραστο βλέμμα και τη σιδερένια βούληση, δίδαξε το μεγαλείο της αντίστασης. Το ιστορικό «Όχι», λαμπρό και αναλλοίωτο, αντήχησε σε κάθε γωνιά της πατρίδας, σφραγίζοντας το συλλογικό φρόνημα μιας ολόκληρης γενιάς.

Στο πλάτωμα του μικρού χωριού μας, κάτω από τον μεγαλοπρεπή ευκάλυπτο, που με τα κλαδιά του πρόσφερε σκιά και γαλήνη, συγκεντρώνονταν οι άντρες του χωριού, αλλά και από τα γύρω χωριά, ρίζες βαθιές που διασφαλίζουν τη συνέχιση της ζωής και της ιστορίας. Ο αριθμός των παλικαριών ξεπερνούσε κάθε μέτρο· όσοι δε χωρούσαν στα λιγοστά καμιόνια ξεκίνησαν πεζοί, βαδίζοντας με βήματα βαριά τα δύσβατα μονοπάτια προς την Τρίπολη, για να επιβιβαστούν στο τρένο προς το μέτωπο. Οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι ακολουθούσαν τους δικούς τους ανθρώπους ως τα όρια του χωριού, αμίλητοι μάρτυρες του αβέβαιου αποχωρισμού.

Μέσα στον ιερό Ναό της Παναγίας, οι προσευχές γέμισαν τον χώρο· γονατιστοί, προσηλωμένοι στην εικόνα Του Χριστού και Της Υπεραγίας Θεοτόκου, αντάλλαζαν ευχές και δάκρυα προς τον ουρανό, ζητώντας προστασία για τους στρατευμένους. Ο παπαγιάννης, με Θείο φόβο οδηγούσε τις ψυχές στο φως της πίστης και της ελπίδας.

Η γιαγιά μου, η Φωτεινή, που ήδη έφερε μέσα της το πρώτο της παιδί, τη μητέρα μου, στάθηκε στις Ακουμπρίστρες, στη γη που σήμερα στεγάζει το πατρικό μας. Τα μάτια της συναντήθηκαν με εκείνα του παππού, του Αργύρη όπως τον φώναζαν, κι αντάλλαξαν μια σιωπηλή υπόσχεση μοναδική, πέρα από τα λόγια. Εκείνος, με το ανάστημα του άνδρα και ήρωα, έφυγε φέροντας το βάρος και την τιμή μιας δοκιμασμένης εποχής.

Τα φορτηγά κύλησαν βαριά στους χωματόδρομους, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης που έκρυψαν προσωρινά τα πρόσωπα, μα οι ψυχές παρέμειναν άσβεστες. Η Φωτεινή έκρυβε μέσα της την υπομονή και τη δύναμη του ευκαλύπτου, φύλακας πιστός μιας αλήθειας αμετάκλητης, ενός «Όχι» που φωτίζει αμέτρητα μονοπάτια πατριωτισμού και θυσίας.

Στο ίδιο σημείο, όπου μαζεύτηκαν πριν τον αποχωρισμό, αναγέρθηκε ύστερα από χρόνια το μνημείο των πεσόντων, ιερός τόπος τιμής, μνήμης και συλλογικής ευθύνης. Κάθε χρόνο, στα τέλη Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του χωριού καταθέτει στεφάνι στη μνήμη των αθανάτων που θυσίασαν το αίμα τους για την ελευθερία και το έθνος. Ο ιερέας ψέλνει την επιμνημόσυνη δέηση, και οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου, συνοδευόμενοι από την τοπική κοινωνία, στέκονται σιωπηλοί, συνειδητοποιώντας το βάρος της ιστορικής κληρονομιάς.

Καθώς κλείνω αυτή την αφήγηση, επιστρέφω με συγκίνηση στα παιδικά μου χρόνια· τότε που το Δημοτικό Σχολείο ακόμα λειτουργούσε και έδινε ζωή στο χωριό, πριν κλείσει οριστικά λόγω έλλειψης μαθητών. Μέσα στα παιδικά γέλια και το παιχνίδι, συνταξιδεύοντας με τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου, που συγκινούνταν καθώς μου διηγούνταν τον σπαραγμό του αποχωρισμού με τον παππού, που έφευγε για τον πόλεμο, αλλά και τις μαύρες μέρες της γερμανικής και ιταλικής Κατοχής, καθώς και τις σκοτεινές ώρες του Εμφυλίου.

Η φλόγα της πίστης παραμένει αναλλοίωτη· και μέσω αυτού του λόγου αποδίδω φόρο τιμής στη μνήμη που κρατά ζωντανό το πνεύμα της πατρίδας, φωτίζοντας παρόν και μέλλον.