Το δρομολόι του Αϊ-Γιάννη
Από την παιδική μας την ψυχή βγαίνουνε κάτι μνήμες ξαφνικά, δίχως κάλεσμα. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο πιο πολύ δυναμώνουνε και μας σέρνουνε πίσω, σε μέρη κι ώρες που νομίζαμε πως τα 'χαμε ξεχάσει.
Ένα τέτοιο δρομολόι πήρανε κάποτε δυο παιδάκια, ο Μίχος κι ο Τάσος, ανήμερα της μεγάλης γιορτής της Αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στις 29 Αυγούστου. Μέσα στα σοκάκια του χωριού, που σέρνονται σαν φίδια, τους είχε πιάσει ένας καημός να πάνε στο ξωκλήσι του Προδρόμου στη Μαυράδα. «Πριν ακόμα ξυπνήσει ο ήλιος», είπαν, «θα σηκωθούμε και θα πάμε για να προσκυνήσουμε». Δε το είπαν για παιχνίδι. Μέσα τους έτρεμε μια λαχτάρα αληθινή, ένας πόθος ιερός.
Με το χάραμα, που όλα ήταν ακόμα νωχελικά, ξεκίνησαν. Πέρασαν το ρέμα της Μούζγας και αντίκρισαν από ψηλά το φαράγγι Τουθόα. Περπατούσαν γελώντας με τους βόρτακους που έτρεχαν να κρυφτούν, και κοιτάζανε τη Γεράνεια Λίμνη, στεγνή από τον καλοκαιριάτικο ήλιο. Είδανε το κουφάρι ενός παλιού αυτοκινήτου, σαν τάφο περασμένων χρόνων, και μια βρύση που πότιζε τον παλιό μύλο. Και ένα γεφύρι τοξωτό, που το γκρέμισαν κάποτε χωρίς σεβασμό.
Καθώς ανηφόριζαν προς το ξωκλήσι, βρήκαν κι άλλους χωρικούς, απλούς ανθρώπους με τα πρόσωπά τους φωτεινά από την πίστη. Ανεβήκανε όλοι μαζί, κουρασμένοι, όμως με τις καρδιές τους γεμάτες προσδοκία. Εκεί, στο μικρό εκκλησάκι, όπου φυλάσσονταν τα οστά του Γεννήτορα του Οικισμού, οι Άγιοι στους τοίχους, μαυρισμένοι από τα χρόνια και το λιβάνι, ψιθύριζαν παρηγοριά με τα γλυκά τους μάτια. Κι η Θεία Λειτουργία τους αγκάλιασε.
Ο παπα-Γιάννης, ο γερόπαπας του Σταυροδρομίου, έβγαλε το κήρυγμά του. Η φωνή του βροντούσε στα βουνά, σα να 'ταν του ίδιου του Προδρόμου. «Όσες αμαρτίες κι αν έχετε», έλεγε, «όλες συγχωρούνται, αρκεί να μετανοήσετε με όλη σας την ψυχή!» Οι γυναίκες με τα μαύρα μαντήλια έκλαιγαν σιωπηλά. Οι άντρες, πιο διστακτικοί, ένιωθαν το βάρος της ανθρώπινης φύσης, μα ο σπόρος της μετάνοιας είχε πέσει βαθιά. Μετά τη Θεία Κοινωνία, ο καθένας έπαιρνε το αντίδωρο από το χέρι του παπά, μασούσε την ευλογία και ένιωθε την αδελφοσύνη να τον πλημμυρίζει.
Έξω, ο αέρας ήταν καθάριος και η κοινότητα γιόρταζε με απλότητα, σαν σε οικογενειακό τραπέζι. Οι Μαυραδέοι πρόσφεραν νηστίσιμους μεζέδες, κι εκείνοι οι μυρωδάτοι άρτοι της Αρτοκλασίας, που είχανε βγει από τον ξυλόφουρνο των νοικοκυρών την παραμονή της γιορτής, μοσχοβόλαγαν τον τόπο.
Γύρισαν σιωπηλοί, με τον ίδιο δρόμο, σαν να τον έβλεπαν για πρώτη φορά. Πέρασαν τα χρόνια, άλλαξαν οι δρόμοι, μα η μνήμη μένει: τα χρυσά καλοκαίρια, η παιδική ξεγνοιασιά, η βαθιά πίστη. Και σήμερα, όποτε έρχεται η γιορτή του Αϊ-Γιάννη, η καρδιά ταξιδεύει πίσω σε εκείνα τα μονοπάτια. Στη Μούζγα, στο σπασμένο γεφύρι, στη φωνή που βροντούσε στα βουνά. Στην ψυχή της Γορτυνίας που μας γέννησε και μας θρέψε με το γάλα της αγάπης.