Η Λευτεριά της Τριπολιτσάς
Στο μοναστήρι του Φιλοσόφου, εκεί όπου η χαράδρα του Λούσιου αγναντεύει τον ουρανό, ο γέροντας Παπα-Χρήστος είχε δει όραμα που του είχε κόψει την ανάσα. Τη νύχτα της Αγίας Βαρβάρας, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, μια φλόγα χρυσή είχε τυλίξει όλο τον ναό και μέσα της είχε δει τη Βασιλεύουσα να του μιλά με γλυκιά φωνή.
«Παιδιά μου», είπε στους μοναχούς που είχαν μαζευτεί γύρω του, «η ώρα έφτασε. Το φως του Χριστού θα λάμψει στην Τριπολιτσά και η σκλαβιά θα φύγει σαν μαύρο σύννεφο από τις κορφές μας. Ο Θεός έστειλε σημάδια: οι αετοί φωλιάζουν ψηλά στις κορφές, και από εκεί θα κατέβει η λευτεριά».
Στη φωτιά που τρεμόπαιζε μέσα στο τζάκι, οι σκιές χόρευαν στους τοίχους και ο αέρας μύριζε θυμάρι και δάφνη.
Στο χωριό Μαγούλιανα, στη σκιά του Μαινάλου, ζούσε ένας νέος που τον έλεγαν Νικολό. Η μητέρα του, η Κυρα-Μαριώ, τον είχε μεγαλώσει με παραμύθια για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, και οι νανουρίστρες του τραγουδούσαν τα κάλαντα του Διγενή Ακρίτα. Από μικρός είχε μάθει να κρατά σπαθί. Κάθε πρωί ανέβαινε στο Αργυρόκαστρο και από εκεί κοίταζε τον κάμπο, κι ονειρευόταν την ημέρα που η πατρίδα θα ήταν πάλι ελεύθερη.
«Νικολάκη μου», του έλεγε η γριά κάθε βράδυ, «η γη αυτή είναι ποτισμένη με το αίμα των αγίων. Κάθε πέτρα εδώ έχει ιστορία, κάθε ρίζα του λιβαδιού θυμάται τη δόξα». Και τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα όταν αφηγιόταν την ιστορία του τελευταίου Παλαιολόγου και το πλήρωμα της Αγιάς Σοφιάς.
Στα μυστικά μονοπάτια της Γορτυνίας άρχισαν να μαζεύονται τα παλληκάρια κάτω από τον Κολοκοτρώνη. Από τη Δημητσάνα ήρθαν οι Αρκάδες με τον Αναγνωσταρά, από τη Μάνη οι λεβέντες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, και από τα Καλάβρυτα οι Μπουκουβάλες του Ζαχαρία.
Στα Βέρβενα, στον Πύργο του Αυγουστή, οι αρχηγοί έκαναν το συμβούλιό τους. Ο Κολοκοτρώνης στεκόταν στο κέντρο.
«Αδέλφια, η Τριπολιτσά είναι η καρδιά της τουρκικής εξουσίας στον Μωριά. Εκεί είναι τα οπλοστάσια, οι θησαυροί, η έδρα του πασά. Αν την πάρουμε, όλη η γη λευτερώνεται».
«Στρατηγέ», είπε ο Δημήτριος Υψηλάντης, «η Τριπολιτσά έχει τείχη πεντέμισι μέτρα, χιλιάδες Τούρκους και Αλβανούς, και εφόδια για πολύ καιρό».
«Θα την πολιορκήσουμε. Θα την κόψουμε από κάθε τροφοδοσία και θα περιμένουμε. Η πείνα είναι ισχυρότερη από τα τείχη».
Η πολιορκία άρχισε τον Μάη του 1821 και κράτησε τέσσερις ολόκληρους μήνες. Στα στρατόπεδα των Ελλήνων τα παλληκάρια άκουγαν κάθε βράδυ τα παραμύθια των γερόντων για τους παλιούς ήρωες. Μέσα στην Τριπολιτσά, ο Μουσταφά μπέης και οι στρατιώτες του πάλεψαν με την πείνα και την απελπισία. Τα τρόφιμα τέλειωναν, το νερό σπάνιζε.
Στις 22 Σεπτεμβρίου, την παραμονή της πτώσης, ο Νικολός στεκόταν στον λόφο του Αγίου Βασιλείου και κοίταζε την πολιορκημένη πόλη. Θυμόταν τη γιορτή της Παναγίας στο χωριό, τα κάλαντα των Χριστουγέννων, τις βραδιές που καθόταν οι γέροντες στο καφενείο και έλεγαν παλιές ιστορίες. Από κάτω, από τα στρατόπεδα, ακουγόταν κλέφτικα τραγούδια.
«Αύριο», ψιθύρισε, «τέσσερις μήνες περιμένουμε αυτή τη στιγμή».
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, η Τριπολιτσά έπεσε. Ο Νικολός, που τον είχε ορίσει ο Κολοκοτρώνης για την πρώτη επίθεση, μαζί με δύο συντρόφους σκαρφάλωσε στα τείχη και πρώτος μπήκε στην πόλη. «Για την Πατρίδα! Για τον Χριστό!» φώναξε. Πίσω του ακολούθησαν χιλιάδες παλληκάρια. Ο Μουσταφά μπέης παραδόθηκε. Οι Αλβανοί υπερασπιστές, που είχαν συνθηκολογήσει νωρίτερα, αφέθηκαν ελεύθεροι με τα όπλα τους, όπως είχε συμφωνηθεί.
Εκείνη την ημέρα, στη Μαγούλιανα, η Κυρα-Μαριώ βγήκε στο κατώφλι και κοίταξε μακριά. Μετά μπήκε μέσα, άνοιξε το παλιό μπαούλο και έβγαλε τη σημαία που φύλαγε χρόνια κρυμμένη. Την κρέμασε στο παράθυρο. Ο αέρας τη χάιδεψε και κυμάτισε.
Όμως η χαρά της νίκης σκοτείνιασε από τα φρικτά γεγονότα που ακολούθησαν. Την κατάληψη ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού επί τρεις ημέρες. Η οργή των χρόνων, η μνήμη των καμένων εκκλησιών και των σκλαβωμένων αδελφών εξερράγη χωρίς έλεγχο. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης έγραψε αργότερα: «το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000». Και αλλού: «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη».
Όταν οι τρεις αυτές μέρες πέρασαν, ο Παπα-Χρήστος τέλεσε λειτουργία στην κεντρική πλατεία, εκεί όπου για αιώνες δεν είχε ακουστεί ελληνική προσευχή. Η φωνή του ήταν γεμάτη θλίψη.
«Παιδιά μου, σήμερα γεννηθήκαμε και πάλι, αλλά η λευτεριά μας κόστισε πολύ αίμα. Ο Θεός να συγχωρέσει τους νεκρούς και να μας δώσει σοφία να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο αύριο».
Ο Νικολός στεκόταν στο κέντρο της πλατείας και οι συγχωριανοί του ήταν τριγύρω. Στα μάτια του είχε δάκρυα. Κοίταξε προς τα Μαγούλιανα και ψιθύρισε:
«Μητέρα, το κάναμε».
Γύρισε στο χωριό του και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ειρηνικά. Παντρεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά. Κάθε φορά που κοίταζε προς την Τριπολιτσά, σκοτείνιαζε το βλέμμα του. Κι εκείνοι που τον ήξεραν δεν ρωτούσαν.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, τα τελευταία του λόγια ήταν:
«Η λευτεριά δεν είναι δωρεάν. Κοστίζει αίμα και ιδρώτα. Αλλά και αίμα άδικο. Μην το ξεχνάτε».
Έτσι, λέει, έγινε η λευτεριά της Τριπολιτσάς. Κι όποιος αμφιβάλλει, ας πάει στα χωριά της Γορτυνίας. Εκεί ακόμα τη θυμούνται.