Ο παπάς κι ο Αγάς
Ήταν, λέει, στα χρόνια τα σκλαβωμένα, τότε που ο Τούρκος πατούσε τη γη μας κι ο Έλληνας στεκόταν με το κεφάλι σκυφτό. Στο σημερινό Σταυροδρόμι Γορτυνίας, που τότε λεγόταν Αλμπάνιτσα, στη Ράχη του χωριού, είχε φωλιάσει ένας Αγάς, στου Σμαήλ Αγά τον Πύργο. Δέσποζε εκεί πάνω σαν να κοιτούσε τα χωράφια κάτω.
Ήταν λίγο πριν από την Επανάσταση του '21. Κάτι μύριζε στον αέρα, κι οι Τούρκοι το ένιωθαν. Άρχισαν να μαζεύονται σε ασφαλή μέρη, να μετράνε τα πράγματά τους, να φοβούνται αυτοί που για χρόνια φόβιζαν. Έτσι κι ο Αγάς ετοιμαζόταν για την Ντρομπολιτσά.
Πριν φύγει, πήγε στον παπά Ακάκιο. Ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας με όλη τη σημασία που είχε τότε αυτή η λέξη: στα μοναστήρια και στις εκκλησίες κρύβονταν τα σχέδια του αγώνα, κι οι κληρικοί τα φύλαγαν πιστά, γιατί ήξεραν πως ο Χριστός δεν θα 'θελε το γένος Του σκλαβωμένο. Συγγενής των προγόνων μου, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Η μαρτυρία του ζει ακόμα: στον Μητροπολιτικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Σταυροδρόμι, το Άγιο Ποτήριο φέρει χαραγμένο το όνομα «ΑΚΑΚΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ 1820».
Τον βρήκε κάτω από μια συκιά, στου Φίλιππα το σπίτι. Εκεί πελεκούσε μια αλετροπόδα, σα να μην τον νοιάζει τίποτα. Ο Αγάς τον κοίταξε μια στιγμή πριν μιλήσει.
«Παπά, φεύγω. Είμαι ευχαριστημένος από εσάς και θέλω να σας πουλήσω το χωριό, για να μη βρει τον τόπο άλλος και σας βασανίσει».
Ο παπάς σταμάτησε. Τον κοίταξε με μάτι που έβγαζε φωτιά, σήκωσε το τσεκούρι και του είπε:
«Τι λες, μωρέ παλιότουρκε; Τη γη μας να την αγοράσουμε;»
Ο Αγάς δεν απάντησε. Έφυγε προς Λαγκάδια.
Στη Γαϊδουρόρραχη συνάντησε τον Παναγιώτη Τσιέκα, Λαγκαδινό, εισπράκτορα των Δεληγιανναίων. Άκουσε το περιστατικό και αποφάσισε:
«Το αγοράζω εγώ, Αγά μου».
Πήγαν στα Λαγκάδια και έκαναν το συμβόλαιο. Τριακόσια ογδόντα γρόσια, όσο έκαναν οι ετήσιοι φόροι.
Οι Λαγκαδινοί που πήραν από τον Τσιέκα τα κτήματα άρχισαν σύντομα να τα ξεπουλούν. Τα δεκαπέντε χιλιόμετρα από τα Λαγκάδια έκαναν δύσκολη την καλλιέργεια. Και οι κάτοικοι της Αλμπάνιτσας, ως το 1925, αγόρασαν με αίμα και χρυσάφι τη γη τους, τη γη των προγόνων τους, τη γη που μόνο αυτοί δούλευαν με τα σκληραγωγημένα χέρια τους...