Το Θαύμα του Δεκαπενταύγουστου

Ο παππούς Παναγιώτης, λιτός και ταπεινός τσαγκάρης που το παρατσούκλι του ήταν Ντουφέκας, είχε περάσει τα μύρια όσα. Με τον Ελληνικό Στρατό είχε φτάσει ως τα βάθη της Μικρασίας, εκεί όπου τα φώτα της Άγκυρας έλαμπαν στον ορίζοντα. Γύρισε ζωντανός, κι έμεινε στο Σταυροδρόμι, που τότε το λέγανε Αλβανίτσα, κι άνοιξε ένα μαγαζάκι στο Καλλιάνι. Κάθε μέρα, πρωί πρωί, βάδιζε τα τέσσερα χιλιόμετρα πεζός. Κι όταν έγειρε το μεσημέρι, γύριζε πεζός πάλι, για να βρει τη φαμίλια του.

Είχε όμως κι έναν μεγάλο καημό που του έτρωγε την ψυχή. Μικρά ήταν τα χρήματα που έβγαζε από το τσαγκάρικο, καθώς ο κόσμος ήταν φτωχός κι αυτός πάσχιζε να βγάλει το ψωμί του, να θρέψει τη Βασίλω και τα παιδιά του. Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Βασίλω του ζήτησε να φέρει λίγο κρέας από τον χασάπη για το γιορτινό τραπέζι. Ο χασάπης, όμως, κατά πως συνήθιζε ο άνθρωπος, το ξέχασε.

Γύρισε ο Παναγιώτης το δειλινό με άδεια χέρια. Τον είδε η Βασίλω, κι η φωνή της ανέβηκε από τα σωθικά σαν παράπονο: «Τι θα βάλω στο τσουκάλι αύριο; Νηστικοί θα μείνουμε χρονιάρα μέρα;» Ο Παναγιώτης, βαρύς από τη στεναχώρια, δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα. Στριφογύριζε κάτω από τα σκεπάσματα, ψάχνοντας κάποιο ανάκαρο. Δεν το έβρισκε.

Πριν ξημερώσει, τον φώτισε ο Θεός και του ήρθε η σκέψη να πάει για κυνήγι. Ο Παναγιώτης ήταν δεινός σκοπευτής. Σηκώθηκε αθόρυβα, χωρίς να τον πάρει κανένας χαμπάρι. Πήρε το δίκαννο με τις κάνες Δαμασκού, δώρο του αδερφού του, του Γιώργη, και τα χειροποίητα φυσίγγια που έφτιαχνε μόνος του, γιατί δεν υπήρχαν ούτε τα χρήματα ούτε τα μέσα για τα έτοιμα του εμπορίου. Εκείνα τα χρόνια δεν απαγορευόταν το κυνήγι τέτοιες ώρες.

Ο μπάρμπα-Παναγιώτης ξεκίνησε πριν ξυπνήσει το χωριό, οπλισμένος με το ντουφέκι του, μα και με ακλόνητη πίστη στον Θεό. Το πατρικό του σπίτι ήταν σχεδόν δίπλα στην εκκλησιά, αφιερωμένη από τους παλιούς στην Παναγία. Τράβηξε για τη θέση Βουνό. Ήξερε ακριβώς το μέρος που θα περνούσε ο λαγός. Στα χρόνια της Κατοχής, η φαμελιά είχε κουρνιάσει εκεί σε μια μικρή καλύβα με κήπο και βαθύ πηγάδι, για τον φόβο των Γερμανών. Τώρα η καλύβα ήταν αδειανή, μα ο παππούς ήξερε τα χτήματά του με κλειστά μάτια. Λίγο πιο πάνω απ' αυτή βρισκόταν το μετερίζι που το λέγανε Κοκκινάδια, από το κατακόκκινο χώμα. Εκεί στεκόταν μια γκορτσιά, μοναχική κι ανθεκτική, φάρος μέσα στην ερημιά.

Σε τούτο το σημείο στάθηκε. Τράβηξε τα κοκόρια του ντουφεκιού του κι έμεινε ακίνητος κι ατάραχος, καρφωμένος στο χώμα, με το βλέμμα πεταμένο στα χαμόκλαδα, προσμένοντας το θηρίο του.

Ξαφνικά, άκουσε ένα ταχύ ποδοβολητό. Κατάλαβε αμέσως: το ζώο θα περνούσε από το μέρος του. Τότε είδε τον λαγό να έρχεται, κι αστραπιαία γύρισε το όπλο λίγο πιο μπροστά, σημάδεψε, και «Μπαμ!». Μέσα στο αχνό φως του λυκαυγούς, κατέβασε το όπλο και άκουσε την τελευταία ανάσα του θηράματος. Πλησίασε, άρπαξε τον λαγό και τον κρέμασε στο ζωνάρι του, γεμάτος καμάρι. Κοίταξε τον ουρανό που άνοιγε αργά πάνω από τα βουνά, και σιγανά, μόνος του, είπε: «Δόξα σοι, Κύριε.»

Έφτασε στο σπίτι, μπήκε στην εμπατή κι άφησε με περηφάνια τον λαγό μπροστά στη Βασίλω. Εκείνη κοίταξε το θήραμα κι έβαλε τα κλάματα. Η καρδιά της αναζούπησε. Έκανε τον σταυρό της, κοιτώντας με ευλάβεια την εκκλησιά της Παναγίας. Ετοίμασε τα του οίκου, ώστε να προλάβει να πάει να λειτουργηθεί με τα παιδιά της.

Ο Παναγιώτης νίφθηκε βιαστικά κι έβαλε τα καλά του για να πάει στο ψαλτήρι. Χτύπησε η δεύτερη καμπάνα. Πήρε το κερί του, το άναψε, και με ευλάβεια έκανε τον Σταυρό του. Μπήκε στην εκκλησία περίπου στον μέσον του Όρθρου, αμέσως μετά την ανάγνωση του Συναξαρίου. Προσκύνησε την εικόνα της Παναγιάς, κατευθύνθηκε με αργό, σταθερό βήμα προς το δεξιό αναλόγιο. Ο άλλος ψάλτης τού έκανε νόημα, σαν να του έλεγε «άργησες τέτοια μέρα». Ο παππούς του έγνεψε πως θα του πει αργότερα. Γύρισε βιαστικά τις σελίδες του βιβλίου κι άρχισε να ψέλνει τις Καταβασίες της Κοιμήσεως, ξεκινώντας από την Ωδή α': «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ, μετά χορών και τυμπάνων, τω σω, άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».

Εκείνη την ημέρα, λένε, έψαλε με στεντόρεια και μελωδική φωνή, όπως ποτέ άλλοτε δεν τον είχαν ακούσει.