Το πρόσφορο της γιαγιάς Φωτεινής και τα θρησκευτικά έθιμα της Γορτυνίας
Η μέρα στην άκρη της Γορτυνίας χαράζει με μια ταπεινή ευωδιά βασιλικού. Δεν ταράζονται τα πουλιά, ούτε τα μελίσσια που τριγυρνούν γύρω από τα σφαλιστά εικονίσματα. Το φως θυμίζει το αχνό χαμόγελο των αγίων στα τείχη του ναού. Το χωριό ξυπνάει στην ευωδιά που σκορπούν οι νοικοκυρές, φυτεύοντας τον βασιλικό στη γλάστρα και ψιθυρίζοντας την ευχή: «Δια του σταυρού σου σώσον ημάς». Ο ήλιος μπαίνει δειλά από το παλιό παράθυρο, φιλά το καντήλι, όπου σιγοτρεμοπαίζει η φλόγα, σαν το μυστικό που κρύβει η φτωχή αγιομάνα του τόπου.
Η γιαγιά Φωτεινή, παιδί της Κάτω Γορτυνίας, με το πρόσφορο στο χέρι και τα μάτια βουτηγμένα στη σιγή των εσπερινών, σηκώνει το κεφάλι με δέος προς την εικόνα του Παντοκράτορα. Αρχίζει τα καθημερινά της έργα, σαν να τη ραίνει η ίδια η Θεοτόκος. Μέσα στην ορθόδοξη τάξη πλένει πρώτα τα χέρια, ξεσκονίζει την εικόνα, ρίχνει μια ματιά στα παιδιά που περιμένουν στη σκάλα. Τίποτε δεν γίνεται χωρίς τάξη, χωρίς σεβασμό, όπως το επιτάσσουν τα ήθη που έφεραν οι παλιοί απ' το Βυζάντιο και ρίζωσαν στις πέτρες του Μοριά.
Το προζύμι, φυλαγμένο σαν άγιο λείψανο πίσω από το δοκάρι, βγαίνει στο φως κι αναμένει. Δυο κλωνάρια δάφνης για τη μνήμη των προγόνων, λίγο νερό, ο σταυρός της γιαγιάς χαραγμένος στη ζύμη. Η διαδικασία είναι μυσταγωγική και αγνοεί το ρολόι. Ζυμώνει αργά, όπως κάνει την προσευχή της. Το ξύλινο κουτάλι, τριμμένο από τα χρόνια, θυμίζει σανίδι εικόνας, ενώ το αλεύρι των νερόμυλων της Μαυράδας φέρνει στον νου το προσκύνημα στο εκκλησάκι του Άη-Γιάννη τον Αύγουστο. Κάθε ζύμωμα συνοδεύεται από την ευχή «Κύριε, ελέησον». Το στόμα σιωπά, τα μάτια γυρνούν στο καντήλι στη γωνία.
Όταν φουσκώσει η ζύμη, τη σκεπάζει με το μακρύ σεντόνι, το ίδιο που ύφανε στον αργαλειό της μάνας της, ζητώντας να μείνει η ευλογία μέσα. Οι νοικοκυρές το γνωρίζουν καλά, τίποτε δεν επιτρέπεται να γίνει χωρίς σταυρό και κρυφή ευχή που κάθε Μοραΐτισσα ψιθυρίζει χαμηλόφωνα πριν ακουμπήσει το χέρι στη ζύμη.
Κυριακή πρωί, το χωριό φοράει τα γιορτινά του. Οι γυναίκες φέρνουν το πρόσφορο τυλιγμένο σε λευκή απλή πετσέτα, ποτέ στολισμένη. Η ευλάβειά τους είναι ζωτική, σαν το νερό της πηγής. Ακολουθούν το δρόμο της εκκλησίας σιωπηλές, καθεμία με το τάμα της στα εικονίσματα, λέγοντας: «Αξίωσέ με, Παναγιά μου». Η καμπάνα χτυπάει βαθιά, το άρωμα του καπνού και η φωνή του παπά γεμίζουν τον νάρθηκα.
Η Θεία Ευχαριστία ξεκινά με βυζαντινή ψαλμωδία, χαμηλή που δεν ταράζει ζωντανούς και κεκοιμημένους. Τα πρόσφορα στοιβάζονται στην Πρόθεση, στα χέρια του παπά που γνωρίζει την προσευχή όσο γνωρίζει και τη ζωή του. Κάθε κορυφογραμμή της επαρχίας εκπροσωπείται από τετράγωνο ψωμί, σφραγισμένο με το «Ιησούς Χριστός νικά», πίστη βαθιά που σιγεί πάνω στο φρεσκοψημένο άρτο.
Ο παππάγιάννης, με ράσο ξεθωριασμένο από τα χρόνια, σηκώνει το πρόσφορο αργά και ευλαβικά. Κόβει μικρά κομμάτια για τα ονόματα: ζώντων και κεκοιμημένων. Μια ευχή για τον καθέναν και η γιαγιά σφίγγει το πενηνταρίδι, το κομποσκοίνι από το Μοναστήρι της Κλειβωκάς. Στο παράθυρο το φως γέρνει και ανακινεί τη σκόνη σαν ψυχή, σαν αγρυπνία.
Οι άντρες στέκονται ακίνητοι στη σκιά των τοίχων, εκεί όπου τα εικονίσματα έχουν ξεθωριάσει από τα χρόνια και τα καντήλια τρεμοπαίζουν με ταπεινή φλόγα. Ο αέρας μυρίζει λιβάνι και οι ανάσες είναι βαθιές, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που κουβαλούν την ευλογία σιωπηλά. Το ήθος του χωριού φαίνεται στα μικρά. Όταν τελειώνει η Λειτουργία, τα παιδιά περνούν πρώτα το κατώφλι, μαθαίνοντας τη θρησκεία όχι με μεγαλόσχημα λόγια, αλλά με το βίωμα της μέρας, στη σειρά των γονιών και των μανάδων. Στον γυρισμό, οι νοικοκυραίοι παίρνουν μαζί τους τα κλωνάρια δάφνης από τον περίβολο της Παναγίας, ευλογία για τη φαμίλια.
Στο σπίτι, η γιαγιά σηκώνει το πρόσφορο με ευλάβεια. Το σταυρώνει με το μαχαίρι, όπως έμαθε από τις παλιές γυναίκες που λέγανε πως το μαχαίρι και κόβει και ευλογεί. Δεν βιάζεται. Η ψίχα μυρίζει μεθυστικά. Όταν μαζεύονται γύρω από την τράπεζα τα εγγόνια, ακούνε ιστορίες για την εποχή που φτώχεια και σκλαβιά βάραιναν τον τόπο. Με λίγα λόγια λέει «Δόξα τω Θεώ» και μοιράζει τις μπουκιές στα χέρια τους. Η γεύση του ψωμιού έχει κάτι από στάχτη, κάτι από ευχή, σαν τα μυστικά των ασκητών που ήρθαν από τα βουνά.
Η αυλή γεμίζει παιδιά, ο αέρας μυρίζει θυμάρι και πεσμένα σύκα, σταφύλια στο πανέρι. Η γιαγιά μιλάει ήσυχα και ζεστά: «Το πρόσφορο θέλει αγάπη, καλά είναι τα ψωμιά τ' αγοραστά, μα το ζυμωτό πρόσφορο έχει στοργή και ευλογία». Τα χέρια της τρέμουν ελαφρά, όχι μόνο από τα χρόνια, αλλά γεμάτα με ευχές, σκιές και μυστικά των εικόνων.
Η μνήμη της φτώχειας είναι χαραγμένη πάνω στο σακούλι με το αλεύρι. Το προζύμι, τυλιγμένο προσεκτικά δίπλα στα εικονίσματα για ώρα ανάγκης, περιμένει σιωπηλό, μ' εκείνη τη διακριτική ξινίλα που μονάχα οι παλιοί αναγνωρίζουν αμέσως. Πάντα λίγο, κι όμως αρκεί για να ζυμωθεί από αυτό ταπεινό πρόσφορο, να ευλογηθεί στην Προσκομιδή και να σταθεί ως τιμή μπροστά στον Άγιο.
Η γιαγιά το σκεπάζει πάντα προσεκτικά στα βάθη του σπιτιού και το ξεδιπλώνει σαν ευαγγελικό φύλλο, λέγοντας: «Είναι αγιοσύνη το προζύμι, παιδί μου, όπως το χαρίζει ο Θεός, όχι όπως το φαντάζεται ο κόσμος». Στα μάτια της ζωντανεύουν εικόνες: παιδικά χέρια που λερώνονται στο αλεύρι, σταυρωμένα ψωμιά για τα πανηγύρια, φωνές αντρών που μαζεύονται γύρω από το καμίνι, γυναίκες που ψάλλουν την παράκληση τις νύχτες, όταν ο φόβος στεκόταν σιμά στο καντήλι.
Η βραδινή δροσιά φέρνει λίγο φως απ' τη λάμπα, μυστικές κουβέντες για τάματα του χειμώνα, προσκύνημα στους Αγίους. Η γιαγιά σκύβει στο κομποσκοίνι της, λέει ήσυχα την ευχή «Κύριε, ελέησον» και αφήνει το πρόσφορο πάνω στην καρδιά, μυστικό ψωμί που καίει σιγανά, δεν ξεχωρίζεις αν είναι άρτος ή προσευχή.
Οι χωριανοί πλέκουν τον θρησκευτικό βίο με τα έθιμα της μέρας. Στη Γορτυνία δεν διαχωρίζεται η αγροτική δουλειά από τη θρησκευτική ανάγκη, όλα γίνονται μαζί, όπως το προζύμι ζυμώνεται με νερό. Οι γιορτές σημαδεύουν το χρόνο. Ο άρτος είναι το δώρο των ταπεινών, πλασμένος για τη λειτουργία, χαρισμένος με ευχαριστία, ζυμωμένος όπως το ξέρουν στα κρυφά μονοπάτια της επαρχίας.
Η σκέψη της γιαγιάς, τσακισμένη από βάσανα, ευλογημένη από πίστη, γνωρίζει πως το πρόσφορο δένει τον τόπο με ευχή και καρτερική αγάπη. Η δοξολογία ξεκινά από τη σιγανή προσευχή, ανεβαίνει στις καμπάνες, φθάνει ως τα σκιερά Μοναστήρια. Όταν το ψωμί βγει απ' τον φούρνο, γίνεται τόπος, χρόνος και μνήμη του λαού.
Στα αμπέλια φυσάει βραδινή δροσιά. Το πρόσφορο, σφραγισμένο, σταυρωμένο και μοιρασμένο, μένει ως ευλογία. Η σιγή της ευχαριστίας χωρίς λόγια, η ευωδιά του αλευριού και η προσευχή, ένα ευχαριστώ που δεν ακούστηκε αλλά φυλάχτηκε κρυφά δίπλα στο καντήλι.
Κι όπως μεγαλώνω και αλλάζουν οι καιροί, η ανάμνηση της γιαγιάς Φωτεινής μένει ακόμη αναμμένη και ζωντανή μέσα μου, πολλά χρόνια μετά την κοίμησή της. Την κουβαλώ ως φως πίστης στη σιωπή, σημάδι χαμηλό και δυνατό, όπως εκείνη κρατούσε το πρόσφορό της το πρωί της Κυριακής και μοίραζε μυστικά κι ευχές στη φαμίλια μας και στο όνομά της.