Το πρόσφορο της γιαγιάς Φωτεινής

Η γιαγιά Φωτεινή δεν χρειαζόταν καμπάνα για να ξυπνήσει. Χάραζε ακόμη, και το χέρι της ήταν ήδη στο αλεύρι.

Το προζύμι το φύλαγε πίσω από το δοκάρι, σαν άγιο λείψανο, δίπλα στα εικονίσματα, τυλιγμένο σε κομμάτι πανί που μύριζε μελισσοκέρι και χρόνια. Κάθε Σάββατο βράδυ το ξεδίπλωνε με μια προσοχή που έμοιαζε να ανοίγει ευαγγελικό φύλλο. «Είναι αγιοσύνη το προζύμι, παιδί μου», μου έλεγε, χωρίς να κοιτάζει ούτε εμένα ούτε το ρολόι. «Όχι όπως το φαντάζεται ο κόσμος.»

Έπλυνε πρώτα τα χέρια. ΍στερα ζύμωνε αργά, στον ρυθμό της ευχής. Δυο κλωνάρια δάφνης για τη μνήμη των κεκοιμημένων, λίγο νερό, ο σταυρός χαραγμένος στη ζύμη με το ξύλινο κουτάλι που ήταν τριμμένο από τα χρόνια σαν σανίδι εικόνας. Το αλεύρι ήταν των νερόμυλων της Μαυράδας, κι η μνήμη της φτώχειας ήταν γραμμένη πάνω στο σακούλι. Τα χείλια κουνιόντουσαν ήσυχα: «Κύριε, ελέησον».

Όταν ανέβαινε το ζυμάρι, το σκέπαζε με το μακρύ σεντόνι που ύφανε στον αργαλειό της μάνας της, ζητώντας να μείνει η ευλογία μέσα σε αυτό. ΍στερα καθόταν στην καρέκλα και σιωπούσε. Τα χέρια στο μπούτι, τα μάτια αλλού.

Κυριακή πρωί, τα χωριά της Κάτω Γορτυνίας φορούσαν τα γιορτινά τους. Οι γυναίκες έπαιρναν τον δρόμο για την εκκλησία με το πρόσφορο τυλιγμένο σε λευκή πετσέτα, ποτέ στολισμένη. Καθεμία ψιθύριζε: «Αξίωσέ με, Παναγιά μου». Η γιαγιά Φωτεινή βάδιζε μπροστά, αθόρυβα. Κι εγώ ακολουθούσα, προσπαθώντας να πατάω στα ίχνη της χωρίς να ξέρω ακόμη γιατί.

Στον ναό η ψαλμωδία ξεκινούσε χαμηλά, χαμηλά που δεν ταράζει ζώντους και κεκοιμημένους. Ο αέρας μύριζε λιβάνι. Ο παπα-Γιάννης έσκυβε πάνω από την Πρόθεση με το ράσο φθαρμένο από τα χρόνια. Μπροστά του, τα πρόσφορα της επαρχίας: τετράγωνα ψωμιά σφραγισμένα με «Ιησούς Χριστός νικά». Οι άντρες στέκονταν ακίνητοι στη σκιά των τοίχων, εκεί όπου τα εικονίσματα είχαν μαυρίσει από τον καπνό, και τα καντήλια τρεμοπαίζανε. Ο παπάς έκοβε μικρά κομμάτια, ένα για κάθε όνομα. Πρώτα οι ζώντες, ύστερα οι κεκοιμημένοι. Μια ευχή για τον καθέναν. Η γιαγιά σφιγγόταν τότε και έπιανε το πενηνταρίδι, το κομποσκοίνι που έφερε από το μοναστήρι της Κλειβωκάς. Στο παράθυρο πλάι ο ήλιος γερνούσε αργά, ανακινώντας τη σκόνη σαν ψυχή που αγρυπνά.

Στον γυρισμό, τα παιδιά περνούσαν πρώτα το κατώφλι. Δεν τους το έλεγε κανένας, το έβλεπαν. Οι νοικοκυρές κρατούσαν κλωνάρια δάφνης από τον περίβολο της Παναγίας, σαν εκείνα που είχαν μπει στη ζύμη τα χαράματα, ευλογία για τη φαμίλια.

Στο σπίτι η γιαγιά σταύρωνε το πρόσφορο με το μαχαίρι, όπως έμαθε από τις παλιές γυναίκες. «Το μαχαίρι και κόβει και ευλογεί», έλεγε. Δεν επεξηγούσε. Δεν βιαζόταν. Η γεύση της ψίχας είχε κάτι από στάχτη, κάτι από ευχή, σαν τα μυστικά των ασκητών που ήρθαν από τα βουνά. Όταν μαζευόμαστε τα εγγόνια γύρω από την τράπεζα, μας μοίραζε τις μπουκιές με δυο λέξεις: «Δόξα τω Θεώ». Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά, γεμάτα ευχές και σκιές που μόνο αυτή τις έβλεπε.

Εκείνη την ημέρα στην αυλή, με τα σύκα να πέφτουν στο χορτάρι, τα σταφύλια στο πανέρι και τον αέρα να μυρίζει θυμάρι, μου είπε: «Το πρόσφορο θέλει αγάπη. Καλά είναι τα ψωμιά τ’ αγοραστά, μα το ζυμωτό πρόσφορο έχει στοργή». Δεν φιλοσοφούσε. Απλώς το γνώριζε, όπως γνώριζε πότε να σπείρεις και πότε να μαζέψεις.

Βραδιάζοντας, η λάμπα έριχνε λίγο φως στην κουζίνα. Η γιαγιά ακούμπαγε το πρόσφορο στην καρδιά της, σαν να κρατούσε κάτι που μπορούσε να το χάσει. Στα μάτια της ζωντάνευαν παιδικά χέρια λερωμένα στο αλεύρι, σταυρωμένα ψωμιά για τα πανηγύρια, φωνές αντρών που μαζεύονταν γύρω από το καμίνι, γυναίκες που έψελναν την παράκληση τις νύχτες, όταν ο φόβος στεκόταν σιμά στο καντήλι. Έπιανε το κομποσκοίνι και έλεγε ήσυχα: «Κύριε, ελέησον». Δεν ξεχώριζες αν ήταν άρτος ή προσευχή αυτό που κρατούσε.

Πολλά χρόνια μετά την κοίμησή της, τη φέρνω ακόμα μαζί μου. Όχι σαν εικόνα που ξεθωριάζει, αλλά σαν εκείνο το προζύμι πίσω από το δοκάρι: διακριτά ξινή η ανάμνηση, αρκετή να ζυμωθεί ό,τι χρειάζεται.