← Επιστροφή στην αρχική

Το Χέρι Κάτω από το Χώμα

Μιχαήλ Σωτηρίου Μιχαλακόπουλος

Στο βάθος του χειμώνα, εκείνες τις νύχτες που ο βοριάς ξεσπάει με μανία κατά των ορεινών χωριών μας και το χιόνι σκεπάζει τα πάντα σαν σάβανο, οι άνθρωποι μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και ψιθυρίζουν ιστορίες. Παλιές ιστορίες για πράγματα που δεν πρέπει να ειπωθούν δυνατά, μη τυχόν και τα ακούσει κάποιος που δεν πρέπει.

Εκείνο το βράδυ ήμασταν έξι στο καφενείο του χωριού. Το μαγαζί του Μήτρου βρισκόταν στην πλατεία, ένα χαμηλό κτίριο με παχιούς τοίχους και μικρά παράθυρα που κρατούσαν μέσα τη ζεστασιά. Οι τοίχοι είχαν μαυρίσει από τα χρόνια, από τον καπνό των τσιγάρων και του τζακιού, και πάνω τους κρέμονταν παλιές φωτογραφίες ανθρώπων που είχαν πεθάνει εδώ και καιρό. Κάποιες φορές, όταν το φως του πετρελαίου έτρεμε, φαινόταν σαν τα μάτια τους να κινούνταν.

Καθόμασταν στο μεγάλο τραπέζι κοντά στο τζάκι. Έξω ο άνεμος χτυπούσε τα ξύλινα παντζούρια και το χιόνι έπεφτε πυκνό. Μέσα, η φωτιά έτριζε και οι σκιές μας χόρευαν στους τοίχους, τεράστιες και παράξενες, σαν να μην μας άνηκαν.

Ο Νίκος, ο γέρος ψαράς με τα γκρίζα γένια και τα χέρια γεμάτα ουλές από τα δίχτυα, ήταν ο πρώτος που μίλησε για τα φαντάσματα. Είπε πως όταν ήταν νέος, μια νύχτα είδε στη θάλασσα ένα φως που χόρευε πάνω από τα κύματα. Το ακολούθησε και σχεδόν πνίγηκε. Όταν γύρισε στην ακτή, έμαθε πως εκείνη τη νύχτα ένας άλλος ψαράς είχε πνιγεί ακριβώς στο σημείο όπου έλαμπε το φως.

«Τα πνεύματα των νεκρών δεν μας αφήνουν ήσυχους», είπε ο Στάθης, ένας αγρότης με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα. «Γυρίζουν τις νύχτες που η σελήνη κρύβεται. Γυρίζουν και αναζητούν αυτό που τους λείπει».

Ο Κώστας, ο κουρέας του χωριού, έσκυψε πιο κοντά στη φωτιά. «Ο παπάς μου είπε», ψιθύρισε, «πως στο νεκροταφείο, τα μεσάνυχτα, ακούγονται φωνές. Παιδικές φωνές που τραγουδούν αλλόκοτα».

Εγώ άκουγα σιωπηλός. Κρατούσα στο χέρι μου το ποτήρι με το κρασί, αλλά δεν το έπινα. Κοίταζα τη φωτιά και σκεφτόμουν πόσο εύθραυστη είναι η γραμμή που χωρίζει το γνωστό από το άγνωστο, το ζωντανό από το νεκρό.

Τότε μίλησε ο Γιάννης. Καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. Ήταν ψηλός, πλατύς στους ώμους, με μαύρα μαλλιά και μάτια σκούρα σαν το νερό του πηγαδιού. Είχε φήμη ανδρείου. Λέγανε πως μια φορά είχε σκοτώσει ένα λύκο με τα γυμνά του χέρια.

«Παραμύθια», είπε χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Τα ποτήρια τινάχτηκαν. «Παραμύθια για γριές και τρελούς. Δεν υπάρχουν φαντάσματα. Δεν υπάρχουν νεκροί που ξυπνούν. Υπάρχει μόνο ο φόβος μέσα στα κεφάλια σας».

Ο Μήτρος, ο νεότερος από όλους μας, μόλις είκοσι χρονών, τον κοίταξε με ένα παράξενο χαμόγελο. «Λόγια», είπε. «Όλοι μιλάτε για το θάρρος σας όταν είστε μαζί, μπροστά στη φωτιά. Αλλά να δω εγώ ποιος από σας τολμά να το αποδείξει».

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Νίκος.

Ο Μήτρος σηκώθηκε όρθιος. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, στο σκοτάδι. «Εκεί πάνω», είπε χωρίς να γυρίσει, «στο λόφο, στο νεκροταφείο, κοιμάται ο μικρός Αντώνης. Θάφτηκε προχθές. Έπεσε από τον γκρεμό και σκοτώθηκε. Δέκα χρονών ήταν. Λένε πως με το αίμα του βάφτηκαν οι πέτρες και πως η μάνα του ούρλιαζε τρεις μέρες χωρίς να σταματήσει».

Σιωπή. Μόνο ο άνεμος και το τρίξιμο του ξύλου στη φωτιά.

«Λένε», συνέχισε ο Μήτρος γυρίζοντας να μας κοιτάξει, «πως η ψυχή ενός παιδιού που πεθαίνει βίαια δεν μπορεί να βρει ανάπαυση. Γυρίζει. Αναζητά. Καλεί».

«Σταμάτα αυτές τις βλακείες», είπε ο Γιάννης, αλλά η φωνή του δεν ακουγόταν τόσο σίγουρη όσο πριν.

«Εδώ είναι το στοίχημα», είπε ο Μήτρος. Πήρε από το ράφι ένα μακρύ μαχαίρι με μαύρη λαβή. Η λάμα του έλαμπε στο φως της φωτιάς. «Όποιος από εσάς είναι πραγματικά άφοβος, ας πάει απόψε στο νεκροταφείο. Ας βρει τον τάφο του Αντώνη. Και ας καρφώσει αυτό το μαχαίρι βαθιά μέσα στο χώμα, ώστε το πρωί να μπορούμε να το δούμε με τα μάτια μας».

Ο Γιάννης κοίταξε το μαχαίρι. Κοίταξε εμάς. Είδα στα μάτια του κάτι να αλλάζει. Υπερηφάνεια, ίσως. Ή αμφιβολία που προσπαθούσε να κρύψει.

«Πόσα θα μου δώσετε;» ρώτησε.

«Από ένα χρυσό φλουρί ο καθένας», είπε ο Κώστας. «Αν τα καταφέρεις».

Ο Γιάννης χαμογέλασε. Ήταν ένα παγωμένο χαμόγελο. «Θα τα καταφέρω», είπε. «Και αύριο θα είμαι εδώ για να πάρω τα λεφτά μου».

Πήρε το μαχαίρι. Το κοίταξε προσεχτικά, περνώντας το δάχτυλό του στη λάμα. Στάλαξε μια σταγόνα αίμα στο πάτωμα.

Στις έντεκα και μισή σηκώθηκε. Φόρεσε το παλτό του, το βαρύ μάλλινο παλτό που μύριζε μούχλα, έδεσε το κασκόλ του γύρω από το λαιμό, έβαλε το μαχαίρι στη ζώνη του. Πριν φύγει, σταμάτησε στην πόρτα.

«Αν δεν γυρίσω», είπε, «να πείτε στη μάνα μου πως πέθανα γενναίος».

Κανείς δεν γέλασε.

Βγήκε στο κρύο. Εμείς πλησιάσαμε στο παράθυρο και τον κοιτάξαμε. Η σιλουέτα του χάθηκε γρήγορα μέσα στο χιόνι, σαν φάντασμα που διαλύεται στο σκοτάδι.

Το νεκροταφείο βρισκόταν στο λόφο, πίσω από την παλιά εκκλησία. Για να φτάσεις εκεί, έπρεπε να περάσεις από το στενό μονοπάτι που ανέβαινε ανάμεσα στα ψιλά Κυπαρίσσια. Τα δέντρα εκείνα είχαν φυτευτεί εδώ και εκατό χρόνια και τα κλαδιά τους σχημάτιζαν μια σκοτεινή αψίδα από πάνω, σαν στοά που οδηγεί σε άλλο κόσμο.

Ο Γιάννης περπατούσε γρήγορα, αλλά όχι τόσο γρήγορα όσο θα ήθελε. Το χιόνι είχε σκεπάσει το μονοπάτι και τα πόδια του βυθίζονταν ως τον αστράγαλο. Ο άνεμος ούρλιαζε ανάμεσα στα δέντρα και ο ήχος του έμοιαζε με ανθρώπινες κραυγές. Σταμάτησε για μια στιγμή να πάρει ανάσα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

Όταν έφτασε στην εκκλησία, είδε πως η πόρτα της ήταν μισάνοιχτη. Κουνιόταν στον άνεμο, τρίζοντας. Μέσα ήταν σκοτάδι απόλυτο. Ο Γιάννης κοίταξε μέσα για μια στιγμή. Φαινόταν σαν το σκοτάδι να τον κοιτούσε πίσω.

Προχώρησε. Το νεκροταφείο άρχιζε αμέσως πίσω από την εκκλησία. Η πύλη του ήταν σιδερένια, βαριά, στολισμένη με σταυρούς και μαύρες γωνίες. Όταν την άγγιξε, το μέταλλο ήταν τόσο κρύο που κάηκαν τα δάχτυλά του. Την έσπρωξε. Η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο που διέσχισε τη νύχτα σαν ανθρώπινη κραυγή αγωνίας.

Μέσα, οι σταυροί στέκονταν σιωπηλοί. Μερικοί ήταν ξύλινοι, παλιοί, σάπιοι από το χρόνο. Άλλοι ήταν μαρμάρινοι, λευκοί, με χαραγμένα ονόματα που δεν μπορούσες να διαβάσεις στο σκοτάδι. Το χιόνι τους είχε σκεπάσει όλους, σαν να προσπαθούσε να τους κρύψει από τον κόσμο.

Ο Γιάννης περπατούσε ανάμεσά τους. Τα βήματά του βύθιζαν μέσα στο χιόνι και ο ήχος τους ηχούσε παράξενα, σαν να μην ήταν μόνος. Σταμάτησε. Γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Τίποτα. Μόνο οι σταυροί και ο άνεμος.

Συνέχισε. Ο τάφος του Αντώνη ήταν στο βάθος, κοντά στον τοίχο. Ο Γιάννης τον θυμόταν από την κηδεία. Ένα μικρό λείψανο μέσα σε ένα μικρό φέρετρο. Η μάνα του παιδιού είχε πέσει πάνω στο φέρετρο και ούρλιαζε το όνομά του. Τρεις άνδρες χρειάστηκαν για να την τραβήξουν μακριά.

Καθώς πλησίαζε, άκουσε έναν ήχο. Σταμάτησε αμέσως. Το αίμα του πάγωσε. Ήταν ένα κλάμα. Ένα απαλό, θλιμμένο κλάμα που ερχόταν από κάπου εκεί κοντά.

Κοίταξε γύρω του. Τίποτα. Μόνο οι σταυροί. Το κλάμα συνεχιζόταν.

Τότε το είδε. Πάνω σε έναν μαρμάρινο σταυρό, μαύρο σαν το νυχτερινό ουρανό, καθόταν ένα κοράκι. Το πουλί τον κοιτούσε με τα μικρά του μάτια που έλαμπαν κόκκινα στο σκοτάδι. Κι από το στόμα του βγαίνε εκείνος ο ήχος, σαν κλάμα, σαν κραυγή.

Ο Γιάννης ήξερε τι σήμαινε αυτό. Το κοράκι είναι το πουλί των νεκρών. Όταν εμφανίζεται, κάτι κακό πρόκειται να συμβεί.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Να τρέξει. Να ξεφύγει από αυτό το μέρος. Αλλά μετά σκέφτηκε τους άλλους. Τον Μήτρο. Τον Νίκο. Τον Κώστα. Όλοι τους θα γελούσαν. Θα έλεγαν σε όλο το χωριό πως ο Γιάννης φοβήθηκε. Πως ο μεγάλος Γιάννης, ο άνδρας που σκότωσε το λύκο, δεν τόλμησε να πάει στο νεκροταφείο.

Όχι. Δεν μπορούσε να το αντέξει αυτό.

Κοίταξε ψηλά, στον ουρανό. Τα σύννεφα έτρεχαν γρήγορα, σκοτεινά, σαν ένα τεράστιο ποτάμι από μαύρο νερό. Πίσω τους, η σελήνη προσπαθούσε να φανεί, αλλά το φως της ήταν αδύναμο, μακρινό.

Έκανε τον σταυρό του. Τρεις φορές. Ψιθύρισε μια προσευχή που του είχε μάθει η γιαγιά του όταν ήταν παιδί. Μια προσευχή για προστασία από τα κακά πνεύματα.

Συνέχισε.

Βρήκε τον τάφο. Ένας απλός ξύλινος σταυρός, χωρισμένος στη μέση. Πάνω του κανένα όνομα. Μόνο μια φράση γραμμένη με τρεμάμενο χέρι: «Εδώ κοιμάται ένα αγγελούδι».

Το χώμα γύρω από τον τάφο ήταν φρέσκο. Δεν είχε σκληρύνει ακόμα. Η βροχή της προηγούμενης το είχε μαλακώσει και τώρα, με το χιόνι από πάνω, έμοιαζε με μαύρη λάσπη που ανέβαινε προς την επιφάνεια.

Ο Γιάννης έβγαλε το μαχαίρι από τη ζώνη του. Η λάμα του έλαμψε για μια στιγμή καθώς περνούσε μια ακτίνα φωτός από τη σελήνη. Κοίταξε το μαχαίρι. Κοίταξε τον τάφο.

«Συγχώρεσέ με, μικρέ», ψιθύρισε.

Έκανε πάλι τον σταυρό του. Και με μια γρήγορη, αποφασιστική κίνηση, κάρφωσε το μαχαίρι στο χώμα. Μπήκε βαθιά, εύκολα, σαν να το καλωσόριζε το χώμα.

Τώρα να φύγει. Γρήγορα. Πριν το κρύο τον παγώσει. Πριν η νύχτα τον κλείσει μέσα της.

Έκανε να γυρίσει. Και τότε το ένιωσε.

Κάτι τον κρατούσε.

Το πόδι του δεν κουνιόταν. Ήταν σαν να είχε κολλήσει στο χώμα, σαν να τον τραβούσε κάτι από κάτω.

Τράβηξε πιο δυνατά. Το πόδι του έμενε ακίνητο. Τα δάχτυλά του πάγωσαν. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.

«Το λάσπωμα», σκέφτηκε. «Είναι το λάσπωμα που με κρατάει».

Τράβηξε και πάλι. Τίποτα. Σαν να είχε βυθιστεί μέχρι το γόνατο, σαν το χώμα να τον κατάπινε.

Το κρύο τον διαπέρασε. Ένα κρύο που δεν ερχόταν από έξω, αλλά από μέσα. Από κάπου βαθιά μέσα του.

Τότε γύρισε να δει.

Και το είδε.

Ένα χέρι.

Ένα μικρό, λευκό χέρι, πιο λευκό και από το χιόνι, έβγαινε από το χώμα. Τα δάχτυλά του ήταν λεπτά, παιδικά, και κρατούσαν σφιχτά το μπατζάκι του παντελονιού του. Το κρατούσαν τόσο δυνατά που το ύφασμα είχε τσακιστεί.

Ο Γιάννης δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το σώμα του είχε παγώσει. Το μυαλό του ούρλιαζε να τρέξει, να φύγει, αλλά τα πόδια του δεν υπάκουαν.

Το χέρι τον τραβούσε. Απαλά στην αρχή. Μετά πιο δυνατά. Τον τραβούσε προς τον τάφο, προς το μαύρο χώμα που φούσκωνε και κατέβαινε σαν να ανέπνεε.

«Όχι», ψιθύρισε ο Γιάννης. «Όχι, σε παρακαλώ, όχι».

Προσπάθησε να ξεφύγει. Έσκυψε, άρπαξε το χέρι για να το τραβήξει μακριά. Αλλά τη στιγμή που το άγγιξε, το κρύο τον κατέκλυσε σαν παγωμένο νερό. Ήταν σαν να άγγιζε πάγο, σαν να άγγιζε τον ίδιο τον θάνατο.

Το χέρι δεν άνοιγε. Το κράτησε ακόμα πιο σφιχτά.

Κι ο Γιάννης, στην απελπισία του, τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Τράβηξε τόσο δυνατά που πόνεσε το πόδι του, που πόνεσε ο μηρός του. Αλλά το χέρι δεν τον άφηνε.

Τότε άκουσε μια φωνή.

Μια παιδική φωνή που ερχόταν από το χώμα.

«Γιατί με άφησες μόνο;»

Ο Γιάννης κοίταξε τον τάφο. Το χώμα κουνιόταν. Κάτι ανέβαινε από κάτω.

«Γιατί με άφησες να πέσω;»

Η φωνή ήταν γλυκιά, αθώα. Η φωνή ενός παιδιού που ζητά απαντήσεις.

«Δεν ήμουν εγώ», ψιθύρισε ο Γιάννης. «Δεν σε ξέρω».

«Ψέματα».

Το χώμα άνοιξε. Και από μέσα βγήκε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο ενός αγοριού. Λευκό, με κλειστά μάτια, με χώμα στα μαλλιά και στο στόμα.

Τα μάτια άνοιξαν.

Ήταν μαύρα. Όχι σαν ανθρώπινα μάτια. Σαν τρύπες που οδηγούσαν σε άλλο μέρος, σε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει.

«Έλα μαζί μου», είπε το αγόρι. «Έλα να παίξουμε».

Η καρδιά του Γιάννη χτυπούσε τόσο δυνατά που πόνεσε το στήθος του. Ο πόνος τον διαπέρασε σαν λεπίδα. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ο αέρας είχε παγώσει στους πνεύμονες του.

Προσπάθησε να φωνάξει αλλά δεν βγήκε φωνή. Το στόμα του άνοιξε αλλά τίποτα δεν βγήκε από μέσα.

Το χέρι τον τραβούσε. Το αγόρι χαμογελούσε. Ένα παγωμένο, νεκρικό χαμόγελο.

«Έλα», ψιθύρισε. «Είναι ωραία εδώ κάτω. Δεν είσαι μόνος. Είμαστε όλοι μαζί».

Ο Γιάννης ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν. Το κρύο τον είχε παραλύσει. Η καρδιά του χτυπούσε πιο αργά. Πιο αργά. Σαν ρολόι που τελειώνει το κούρδισμά του.

Έπεσε γονατιστός πάνω στον τάφο. Το πρόσωπό του ακούμπησε στο κρύο χώμα. Τα μάτια του έκλεισαν.

Η καρδιά του σταμάτησε.

Το πρωί πήγαμε στο σπίτι του. Χτυπήσαμε την πόρτα. Η μάνα του βγήκε, με κόκκινα μάτια από το κλάμα.

«Δεν γύρισε απόψε», είπε. «Δεν ήρθε σπίτι».

Γελάσαμε. «Φοβήθηκε», είπε ο Μήτρος. «Ο μεγάλος Γιάννης φοβήθηκε».

Πήγαμε στο νεκροταφείο να διαπιστώσουμε την αποτυχία του. Να δούμε πως το μαχαίρι δεν ήταν εκεί. Να γελάσουμε μαζί του όταν θα εμφανιζόταν.

Ανοίξαμε την πύλη. Περάσαμε ανάμεσα από τους σταυρούς. Το χιόνι είχε σταματήσει και τώρα ο ήλιος έλαμπε αδύναμα από πίσω από τα σύννεφα.

Φτάσαμε στον τάφο του Αντώνη.

Και τον είδαμε.

Ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος πάνω στον τάφο. Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά, άδεια, γυαλιστερά από τον πάγο. Το στόμα του ήταν ανοιχτό σε μια σιωπηλή κραυγή.

Το μαχαίρι ήταν καρφωμένο στο χώμα. Αλλά δεν ήταν μόνο το χώμα. Η λάμα είχε περάσει από το μπατζάκι του παντελονιού του, τον είχε καρφώσει στον τάφο.

Όταν είχε προσπαθήσει να φύγει, το μπατζάκι τον κράτησε. Κι εκείνος, στο σκοτάδι, στον τρόμο του, νόμισε πως το χέρι ενός νεκρού παιδιού τον κρατούσε.

Ο φόβος τον σκότωσε.

Όχι τα φαντάσματα. Όχι οι νεκροί.

Ο δικός του φόβος.

Γυρίσαμε πίσω στο χωριό σιωπηλοί. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν ξαναμίλησε για στοιχήματα ή για θάρρος.

Εκείνη τη νύχτα, καθισμένος μόνος μου μπροστά στο τζάκι, σκέφτηκα πόσο λεπτή είναι η γραμμή που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο. Και πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να περάσει από τη μια πλευρά στην άλλη, όταν ο φόβος του τον τυλίγει σαν σάβανο.

Έξω ο άνεμος συνέχιζε να ουρλιάζει. Κι εγώ, για πρώτη φορά στη ζωή μου, κατάλαβα πως μερικές φορές τα φαντάσματα που μας τρομάζουν περισσότερο δεν είναι αυτά που βγαίνουν από τους τάφους.

Είναι αυτά που κουβαλάμε μέσα μας.