Ο σεληνιακός δίσκος του Οκτωβρίου κρεμόταν ωχρός και νοσηρός πάνω από το χωριό, σαν ένα τυφλό, πληγωμένο μάτι που ατένιζε με αποστροφή την καταραμένη γη. Εντός του καφενείου του Μήτσου, η ατμόσφαιρα είχε καταστεί ζοφερή και αποπνικτική από τη στιγμή που η μικρή Αγγελική διέβη το κατώφλι τρέμοντας, με τα όμματα φουσκωμένα από έναν λυγμό που πήγαζε από τα έγκατα της ψυχής της.
— Την άκουσα, ψιθύρισε η παιδική φωνή, και ο ήχος της έμοιαζε με το σύρσιμο ξερών φύλλων πάνω σε μνήμα. Την άκουσα να κραυγάζει από μέσα.
Οι τέσσερις άντρες, καθισμένοι πλησίον της εστίας, διέκοψαν την οινοποσία τους, καθηλωμένοι από μια απότομη παγωνιά. Ο Γιάννης Καλογερόπουλος, κηπουρός με χέρια γεροδεμένα από τη συνεχή επαφή με τη γη και πρόσωπο αυλακωμένο από τον ήλιο, ατένισε την κόρη του νεκροθάφτη με μια περιέργεια που γρήγορα μετατράπηκε σε καχυποψία.
— Ποιαν άκουσες, παιδί μου; ρώτησε απαλά, με τη φωνή του να προδίδει μια ανησυχία που δεν τολμούσε να ονομάσει.
— Την κυρία Ελένη. Την κυρία Καραμανλή. Την άκουσα να ουρλιάζει μέσα από τον τάφο της. Πήγαινα με τον πατέρα μου να καθαρίσουμε τα μνήματα και άκουσα φωνές. Κτυπήματα ρυθμικά, απεγνωσμένα, σαν κάποιος να έπληττε το ξύλο από την εσωτερική πλευρά.
Ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο δάσκαλος του χωριού, άνθρωπος λεπτοφυής με τα χαρακτηριστικά χρυσά γυαλιά του να ολισθαίνουν συνεχώς στην ρινική του γέφυρα, ανέσυρε το μαντίλι του για να σκουπίσει τον ψυχρό ιδρώτα από το μέτωπό του.
— Παιδικοί φόβοι, επιχείρησε να ψελλίσει, αν και ο τόνος του στερούνταν κάθε βεβαιότητας. Η φαντασία των νηπίων, ως γνωστόν, τρέφεται από τις σκιές.
Ο Παναγιώτης Βλαχάκης, χασάπης με αναλογίες θηρίου και χείρες σιδερένιες, κούνησε αργά το κεφάλι του, με το βλέμμα του καρφωμένο στο κενό.
— Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται τέτοιοι μακάβριοι θρύλοι. Η γυναίκα ετάφη βιαίως. Ο ιατρός ομίλησε περί καρδιακής προσβολής, όμως στην εποχή μας, ποιος μπορεί να εγγυηθεί για το οριστικό της παύσεως;
Ο Κώστας Ανδρεάδης, ο νεότερος της ομήγυρης, έτριψε νευρικά τα χέρια του, προσπαθώντας να διαλύσει τη νοσηρή ατμόσφαιρα.
— Αυτά είναι διηγήματα για να φοβίζουν τους αδαείς. Τέτοια φρικαλεότητα δεν δύναται να συμβεί στην πραγματικότητα.
Όμως το βλέμμα της Αγγελικής δεν έφερε το ίχνος της παιδικής αβεβαιότητας. Ήταν πλήρες τρόμου, ενός τρόμου που μόνον η θέαση του αποτρόπαιου δύναται να χαράξει στην ανθρώπινη όψη.
Σιγά σιγά, η συζήτηση διολίσθησε προς μια κατεύθυνση που κανείς δεν είχε προβλέψει. Ο Γιάννης, του οποίου η κρίση είχε θολώσει από το οίνο αλλά όχι και το ενδιαφέρον, κτύπησε το ποτήρι του με δύναμη στο τραπέζι.
— Αν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα, η γυναίκα να πνίγεται εκεί κάτω, παγιδευμένη στη σιωπή...
— Πρέπει να δούμε με τα μάτια μας, συμπλήρωσε ο Παναγιώτης, και στη φωνή του υπήρχε μια σκληρότητα γεννημένη στο σφαγείο του. Πρέπει να γνωρίζουμε την αλήθεια.
Καθώς το ωρολόγιο του καφενείου σήμαινε μεσάνυχτα, οι τέσσερις άντρες εξήλθαν στο σκότος, κρατώντας φανάρια πετρελαίου και φτυάρια που ο Γιάννης είχε ανασύρει από το υπόγειό του. Ο παγωμένος αέρας μύριζε υγρασία και σήψη, σαν το χώμα να ανοιγόκλεινε και να εξέβραζε τα πλέον δυσοίωνα μυστικά του.
Το κοιμητήριο του Αγίου Ταξιάρχη στεκόταν στην άκρη του οικισμού, περιτριγυρισμένο από έναν ερειπωμένο τοίχο καλυμμένο από κισσό. Μέσα, οι σταυροί ορθώνονταν σαν μαύρες φιγούρες που έμοιαζαν να κινούνται στο ωχρό φως της σελήνης. Ο μοναδικός ήχος ήταν ο συριγμός του ανέμου ανάμεσα στα κυπαρίσσια, που ηχούσε σαν ανθρώπινος θρήνος.
Ο Γιάννης τους οδήγησε στο βάθος, εκεί που το χώμα ήταν ακόμη νωπό. Ο τάφος της Ελένης Καραμανλή βρισκόταν υπό τη σκιά ενός γηραιού πεύκου, του οποίου τα κλαδιά απλώνονταν σαν σκελετικά δάκτυλα. Η μαρμάρινη πλάκα απουσίαζε, και στη θέση της υπήρχε μόνον ένας ξύλινος σταυρός: «Ελένη Καραμανλή, αποθανούσα 28 Οκτωβρίου 1934».
Σταμάτησαν προ του μνήματος. Η σιωπή τους βάραινε περισσότερο και από το χώμα που επρόκειτο να ανασκάψουν.
— Είμαστε πεπεισμένοι γι' αυτό; ρώτησε ο Κώστας, με τη φωνή του να σπάζει σαν γυαλί. Η βεβήλωση αυτή μπορεί να μας οδηγήσει στον εγκλεισμό.
Ο Νίκος τον κοίταξε με μια παράδοξη αποφασιστικότητα.
— Αν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα ένας άνθρωπος να παλεύει για αέρα στο απόλυτο σκότος, πώς θα αναπαυθούμε απόψε; Πώς θα ζήσουμε με αυτό το άγος στη συνείδησή μας;
Ο Παναγιώτης άρχισε να σκάβει χωρίς άλλη λέξη. Το χώμα έπεφτε στην άκρη με κωφούς θορύβους. Κάθε φτυαριά έμοιαζε να εκμαιεύει έναν στεναγμό από το ίδιο το νεκροταφείο. Ο χρόνος κύλησε αργά, και παρά το ψύχος, ο ιδρώτας έρρεε στα μέτωπά τους. Ο Γιάννης ένιωθε μια παρουσία να τους παρατηρεί από τις σκιές, μια αίσθηση που δεν επιδεχόταν λογική εξήγηση.
Μετά από μία ώρα, το μέταλλο προσέκρουσε σε κάτι σκληρό. Ένας ήχος κούφιος. Ξύλο. Το αίμα τους πάγωσε. Ο Νίκος αφαίρεσε τα γυαλιά του για να τα καθαρίσει, μια παλαιά του συνήθεια σε στιγμές ακραίας αμηχανίας.
— Φτάσαμε, ψιθύρισε ο Γιάννης.
Αφαίρεσαν το υπόλοιπο χώμα με τα χέρια τους. Το ξύλο του φέρετρου ήταν σχεδόν μαύρο, και τα καρφιά άστραφταν σαν μικροσκοπικά, κακόβουλα όμματα. Ο Παναγιώτης και ο Γιάννης άρπαξαν το καπάκι από τις άκρες. — Μαζί, διέταξε ο Παναγιώτης.
Τράβηξαν. Τα καρφιά αντιστάθηκαν προτού υποχωρήσουν με ένα τρίξιμο που ηχούσε σαν παραμορφωμένη κραυγή. Το φως του φεγγαριού διείσδυσε στο εσωτερικό. Αυτό που αντίκρισαν τους παρέλυσε.
Η Ελένη Καραμανλή δεν κειτόταν σε στάση αιωνίου αναπαύσεως. Το σώμα της είχε στραφεί βιαίως, το κεφάλι είχε γείρει πλάγια, και το στόμα της ήταν παγωμένο σε μια βουβή, απελπισμένη κραυγή. Τα όμματά της ήταν μισάνοιχτα, αποκαλύπτοντας μόνον το λευκό, χωρίς κανένα ίχνος ίριδας. Τα χέρια της, που κάποτε είχαν σταυρωθεί στο στήθος, ήταν τώρα υψωμένα προς τα πάνω, με τα δάκτυλα κυρτωμένα σαν άγκιστρα. Τα νύχια της ήταν θρυμματισμένα, και ανάμεσα στα δάκτυλα υπήρχαν ίνες από το μετάξι της επενδύσεως. Στο ξύλο του καπακιού διακρίνονταν γρατζουνιές βαθιές και σημάδια μιας απεγνωσμένης προσπάθειας να σκαλιστεί ένας δρόμος προς την ελευθερία.
Το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από τον απόλυτο πανικό. Τα χείλη της είχαν καταστεί ιώδη, σκισμένα από τα ίδια της τα δόντια πάνω στην αγωνία της. Οι φλέβες στον λαιμό της παρέμεναν διογκωμένες, ορατές κάτω από το χλωμό δέρμα.
Ο Κώστας οπισθοχώρησε και λύγισε, ενώ ο Νίκος άρχισε να μουρμουρίζει μια προσευχή που πλέον του φαινόταν ανώφελη προ αυτής της εικόνας. — Θεέ μου, ψέλλισε ο Παναγιώτης. Την έθαψαν ζωντανή. Πόσες ώρες σπαρταρούσε εδώ μέσα;
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαρύτερη από το χώμα που είχαν μετακινήσει. Τότε, από το βάθος του φέρετρου, αναδύθηκε ένας ήχος. Ένα βογκητό χαμηλό και σπασμένο, σαν να ανέβαινε από ένα σκοτεινό πηγάδι. — Ακούσατε; ψιθύρισε ο Κώστας, με την όψη του λευκή σαν το χιόνι.
Ο ήχος ξανακούστηκε, ισχυρότερος αυτή τη φορά. Ένα βογκητό βαθύ και παραμορφωμένο, που δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο. Τότε, η Ελένη Καραμανλή ήνοιξε τα όμματά της.
Δεν ήταν μάτια νεκρής, ούτε ζωντανής. Ήταν κάτασπρα, σαν βρασμένα αυγά τοποθετημένα στις κόγχες της, και μέσα τους έκαιγε μια απόκοσμη, ερυθρή λάμψη. Το σώμα της ανασηκώθηκε με μια κίνηση που αψηφούσε τους νόμους της φύσης. Διπλώθηκε στη μέση σαν σπασμένη μαριονέτα και τεντώθηκε προς τα πάνω με αφύσικη ταχύτητα. Τα οστά της έτριζαν σαν ξερά κλαδιά που σπάνε.
Τα χείλη της τεντώθηκαν σε ένα χαμόγελο αγριότητας και μίσους. Από το στόμα της εξήλθε ένας συριγμός διαπεραστικός, σαν αέρας από σάπιο πνεύμονα. Ο Κώστας ούρλιαξε και επεχείρησε να διαφύγει, όμως δεν πρόλαβε. Το πλάσμα πετάχτηκε από το φέρετρο με μια ασύλληπτη κίνηση. Τα πόδια της δεν άγγιζαν το χώμα· έμοιαζε να έλκεται από μια αόρατη δύναμη. Προσγειώθηκε πάνω στον Κώστα, οι όνυχές της διαπέρασαν το χονδρό παλτό του και βυθίστηκαν στη σάρκα του. Το αίμα ξεχύθηκε μαύρο στο φως της σελήνης.
— Όχι! φώναξε ο Παναγιώτης και έπληξε το κεφάλι του πλάσματος με το φτυάρι.
Η λεπίδα κτύπησε με έναν ήχο «λάθος», σαν να χτυπούσε ξηρό ξύλο αντί για ζωντανό ιστό. Το πλάσμα γύρισε αργά το κεφάλι του, με κάθε οστό του αυχένα να τρίζει. Εκείνα τα κάτασπρα μάτια τον καθήλωσαν. Το χαμόγελο απλώθηκε ακόμη περισσότερο, το σαγόνι υποχώρησε με ένα ξηρό τρίξιμο, και από το σκότος του στόματός της ξεχύθηκαν χιλιάδες λευκά σκουλήκια.
Ήταν διαφανή και κινούνταν με μια απαίσια ζωντάνια, σχηματίζοντας σωρούς στο χώμα που έμοιαζαν να αναπνέουν. Ο Νίκος σκόνταψε και έπεσε πάνω σε ένα μνήμα, κυριευμένος από τον τρόμο.
Το πλάσμα άφησε τον Κώστα ακίνητο σε μια λίμνη αίματος και στράφηκε προς τον Νίκο. Ο Γιάννης βρήκε επιτέλους τη φωνή του. — Ελένη! Σταμάτα! Δεν φταίμε εμείς!
Το πλάσμα σταμάτησε. Η φωνή που εξήλθε δεν ήταν γυναικεία. Ήταν κάτι χαλασμένο, σπασμένο σε χίλια κομμάτια και ενωμένο με μίσος. — Με αφήσατε να πεθάνω.
— Ξύπνησα στο σκοτάδι. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνον το ξύλο πάνω από το πρόσωπό μου και η σιωπή να με πνίγει. Φώναξα μέχρι που τα πνευμόνια μου άδειασαν. Χτύπησα μέχρι που τα δάκτυλά μου έσπασαν και το αίμα έρρεε.
Τα μάτια της δεν έβλεπαν πλέον τον χώρο, αλλά κάτι μακρινό και φρικώδες. — Κι εσείς ήσασταν εκεί πάνω. Ζούσατε. Γελούσατε. Πίνατε. Ενώ εγώ σάπιζα εδώ κάτω, παγιδευμένη στο σκότος.
Ο Παναγιώτης επιχείρησε να κτυπήσει ξανά. Το πλάσμα του άρπαξε τον καρπό με ταχύτητα αστραπιαία. Ο ήχος του οστού που έσπαζε αντήχησε στη νύχτα. Ο Παναγιώτης ούρλιαξε και το πλάσμα τον πέταξε στο χώμα σαν πάνινη κούκλα. Ύστερα στράφηκε στον Νίκο. Ο δάσκαλος ύψωσε τον σταυρό του σαν ασπίδα.
— Πίσω! Στο όνομα του Θεού! Επέστρεψε στον Άδη!
Το πλάσμα γέλασε με ένα γέλιο παράφρονο που δεν ανήκε στον κόσμο αυτό. Αγνοώντας τον σταυρό, του άρπαξε το κεφάλι και το έστριψε. Ο λαιμός του Νίκου έσπασε με ένα τρίξιμο που ο Γιάννης δεν θα λησμονούσε ποτέ. Το σώμα του έπεσε ανέκφραστο στο χώμα.
Ο Γιάννης, ο μόνος όρθιος, ανέσυρε το μαχαίρι του και το κάρφωσε στο στήθος του πλάσματος. Δεν εξήλθε αίμα, παρά μόνον ένα μαύρο υγρό, παχύ σαν πίσσα, που ανέδιδε τη μυρωδιά του θανάτου. Το πλάσμα τον κοίταξε ατάραχο. — Είμαι ήδη νεκρή, ανόητε.
Απέσυρε το μαχαίρι από το στήθος της και το έρριψε στη γη. Ο Γιάννης έπεσε στα γόνατα, με τα δάκρυα να αυλακώνουν τα μάγουλά του. — Συγγνώμη... Τι θέλεις από εμάς;
Το πλάσμα έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά που ο Γιάννης μπορούσε να οσφρανθεί την ανάσα της, μια ανάσα σάπιου χώματος. — Θέλω να ζήσεις ό,τι έζησα εγώ.
Τότε, το έδαφος άρχισε να αναδεύεται. Από παντού, χέρια χλωμά και σάπια έβγαιναν από τη γη. Πλάσματα με κάτασπρα μάτια άρχισαν να σηκώνονται από τους τάφους. Ο Παναγιώτης, τραυματισμένος ακόμη, τραβήχτηκε βιαίως κάτω από την επιφάνεια του χώματος καθώς ούρλιαζε.
Ο Γιάννης, αντλώντας δύναμη από την απόγνωση, τράπηκε σε φυγή. Έτρεξε μέσα από τους τάφους, υπερπηδώντας σταυρούς και αποφεύγοντας τις σάπιες χείρες που προσπαθούσαν να τον αδράξουν. Έφτασε στην πύλη και εξήλθε στον δρόμο.
Κοιτώντας πίσω, είδε τα πλάσματα να στέκονται στα όρια του νεκροταφείου, σαν να υπήρχε ένα αόρατο φράγμα. Στο κέντρο, η Ελένη Καραμανλή τον κοίταζε. Το στόμα της κινήθηκε, και αν και δεν ακούστηκε ήχος, ο Γιάννης κατάλαβε: «Θα επιστρέψεις».
Την επομένη, ανευρέθησαν τα πτώματα των τριών φίλων του. Ο τάφος της Ελένης ήταν κενός. Οι αρχές απέδωσαν το συμβάν σε βέβηλους, όμως ο Γιάννης δεν ομίλησε ποτέ.
Κλείστηκε στην οικία του, με τις κουρτίνες ερμητικά κλειστές. Τις νύχτες άκουγε κτυπήματα από το υπόγειο. Φωνές που ψιθύριζαν το όνομά του.
Τρεις μέρες μετά, η δυσοσμία οδήγησε τους γείτονες στο υπόγειο. Τον βρήκαν απαγχονισμένο πάνω από μια βαθιά τρύπα που είχε σκάψει στο δάπεδο. Στον τοίχο, γραμμένο με πηκτό, μαύρο αίμα: «Άκουσα φωνές από κάτω. Με καλούν. Με θέλουν».
Στο βάθος της τρύπας υπήρχαν ξεσχισμένα ενδύματα, οστά και ένα κομμάτι από μετάξι φερέτρου. Το κοιμητήριο έκλεισε λίγο αργότερα. Λένε πως αν περάσει κανείς βράδυ από εκεί, ακούει ακόμα τα κτυπήματα κάτω από το χώμα.
Είναι το γέλιο εκείνων που περίμεναν στο σκοτάδι. Περιμένουν να τους ακούσεις. Περιμένουν να γίνεις ένας από αυτούς.
Σημείωμα για το Ύφος και τη Γλώσσα
Το διήγημα αυτό αποτελεί μια συνειδητή απόπειρα εγκλιματισμού του «Σκοτεινού Ρομαντισμού» του Έντγκαρ Άλαν Πόε στην ελληνική ύπαιθρο της δεκαετίας του 1930. Το ύφος επιδιώκει να αναδείξει τον ψυχολογικό ζόφο και τη νοσηρή ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζουν το έργο του Αμερικανού δημιουργού, μεταφέροντάς τα όμως στο πλαίσιο της ελληνικής λαϊκής παράδοσης για τον «Άλιωτο» και τον βρυκόλακα, όπως αυτή καταγράφηκε από τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαο Πολίτη. Γλωσσικά, επιλέχθηκε μια προσεγμένη μορφή της δημοτικής με λόγια και αρχαιοπρεπή στοιχεία (π.χ. όμματα, ρινική γέφυρα, άγος, ιώδη), προκειμένου να αποδοθεί η αισθητική του Μεσοπολέμου και να ενισχυθεί η αίσθηση του μακάβριου. Τέλος, η στίξη ακολουθεί την κλασική ελληνική πεζογραφική παράδοση, χρησιμοποιώντας την παύλα (—) για την εναλλαγή των ομιλητών στον διάλογο, μια επιλογή που προσδίδει ρυθμό και θεατρικότητα στην αφήγηση.