Ο Αείμνηστος στη μάχη των Πλαταιών

Δεν ήμουν παρά ένας Σπαρτιάτης οπλίτης, Αείμνηστος τ’ όνομά μου, που σήκωσε το δόρυ του στη μάχη των Πλαταιών το θέρος του 479 π.Χ. Μιλώ όχι σαν ιστοριογράφος ή νικητής, αλλά σαν άνθρωπος που σημαδεύτηκε από εκείνη την ημέρα. Το φως του πρωινού ήταν αυστηρό, λες και ακόμα και ο ήλιος κρατούσε την ανάσα του μπροστά στο αναπόφευκτο.

Στο στρατόπεδο μας, η σιωπή πριν τη σύγκρουση ήταν βαθιά. Οι ασπίδες γυάλιζαν στο φως, οι περικεφαλαίες στεκόντουσαν βαριές στα μέτωπα και κάθε άντρας κοίταζε τον διπλανό του χωρίς να μιλά. Ο Παυσανίας, άγρυπνος και αμίλητος, έσφιγγε τη λαβή της ασπίδας του, ενώ οι νεότεροι μοιράζονταν το φόβο, το πείσμα και τη λαχτάρα να γίνουν αντάξιοι των προγόνων τους.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, οι Πέρσες ετοιμάζονταν βλοσυροί, ψιθύριζαν τις δικές τους επωδές, στήνοντας εφόδια και προσμένοντας το άγριο κύμα που έφερνε μαζί του ο Μαρδόνιος. Η Βοιωτική γη μύριζε αίμα και στάχτη και η ερήμωση των Πλαταιών και της Αθήνας ήταν ακόμη νωπή. Ήξερα, όπως γνώριζα κάθε παλμό της καρδιάς μου, ότι εδώ θα γραφόταν το τέλος της εισβολής τους.

Με την πρώτη ιαχή το ιππικό τους όρμησε, οι ασπίδες μας δέχτηκαν το πρώτο κύμα βελών. Έσκυψα πίσω από το ξύλινο μέταλλο της ασπίδας μου και ένιωσα το θόρυβο να διαλύει τις σκέψεις. Δίπλα μου χτυπήθηκε ο Ερμείας, ένας νέος που μόλις είχε δείξει ανδρεία. Πιο πέρα, είδα τον Καλλικράτη να παλεύει να σταθεί όρθιος. Ήταν αναμφισβήτητα ο πιο όμορφος και γενναίος στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά ένα περσικό βέλος τον είχε πληγώσει θανάσιμα στις πρώτες στιγμές της μάχης. «Δεν με λυπεί που πεθαίνω για την πατρίδα,» είπε με φωνή που έσβηνε, «με λυπεί μόνο που δεν πρόλαβα να πολεμήσω και να κάνω κάτι αξιόλογο.» Τα λόγια του με καίνε ακόμη. Τα βήματά μας πλέχτηκαν με όσα είχαν απομείνει όρθια, ενώ το δόρυ μου βρήκε σάρκα και θώρακα εχθρικό.

Η μάχη απλώθηκε σε όλο το πεδίο, χείμαρρος αληθινός. Οι Θηβαίοι πίεζαν από το πλάι, πιστοί ακόμα στους Πέρσες. Οι Αθηναίοι, με γυμνομένα χέρια και βλέμμα πεισμωμένο, κράτησαν το βάρος του μετώπου. Κάθε οπλίτης μάχονταν για δέκα. Το χώμα βούλιαζε κάτω από τη δύναμη και τον θρήνο.

Στο κέντρο, ο Μαρδόνιος αγέρωχος στο άλογό του, προσπαθούσε να κρατήσει τους δικούς του όρθιους. Ήταν αρχηγός, με βλέμμα σκληρό. Η φάλαγγά μας υποχώρησε στιγμιαία για να ξανασμιχτεί και να σπάσει τη γραμμή τους. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, μέσα στη βοή και το σκοτάδι που απλωνόταν, τα χέρια μου έπιασαν μια βαριά πέτρα. Στόχευσα τον Πέρση στρατηγό και την εκσφενδόνισα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Τον είδα να τρεκλίζει και να πέφτει. Ο ήχος που έκανε το σώμα του στη γη με ακολουθεί ακόμη. Αυτή ήταν η αρχή της αποσύνθεσης του περσικού στρατού.

Αμέσως το μέτωπο των Περσών λύγισε, οι δικοί μου φώναξαν, ενωθήκαμε, σπρώξαμε και τα σπαθιά έσκισαν τον αέρα χωρίς δισταγμό. Ο Παυσανίας κράτησε το μέτωπο ανοιχτό, οι φάλαγγες μας κύλησαν πάνω στους εχθρούς σθεναρά. Οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή. Οι Αθηναίοι καταδίωξαν τους Θηβαίους ως την πόλη τους· η μάχη παντού έγινε σκοτωμός και σύγχυση.

Το στρατόπεδο των Περσών έσπασε, οι άνδρες έτρεχαν τρομαγμένοι, ο ουρανός σχεδόν μαύρος από τη σκόνη και τη φωτιά. Είδα τον Δωρίωνα μέσα στη βουή, να τραβά έναν πληγωμένο σύντροφο, που δεν λύγισε από τη φρίκη. Μέτρησα νεκρούς γύρω μου, πρόσωπα γνώριμα που δεν θα ξαναδώ ποτέ. Πάνω από 1.000 Έλληνες χάθηκαν εκείνη τη μέρα, δεκάδες χιλιάδες Πέρσες ξεριζώνονταν από τη γη μας.

Ύστερα, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Στήσαμε βωμό στον Ελευθέριο Δία. Κάναμε θυσία και τιμήσαμε τους πεσόντες. Εκείνη η πέτρα, η μέρα εκείνη, έγιναν για μένα σύμβολο της ελευθερίας που δεν χαρίζεται, μα κερδίζεται με αίμα και θυσίες. Η Σπάρτη έστειλε τους πιο γενναίους άνδρες και η Ελλάδα κράτησε την ανάσα της σε αυτή τη μάχη.

Κι από τότε, κάθε χρόνο στο ίδιο σημείο, ο άρχων των Πλαταιών σηκώνει τον σκύφο γεμάτο άκρατο οίνο. Με τη φωνή γεμάτη συγκίνηση κάνει τη σπονδή, τιμώντας όσους έπεσαν στις Πλαταιές για την ελευθερία της Ελλάδας. Οι Έλληνες γιορτάζουν μαζί στη 18η του μηνός Μαιμακτηριώνα, με τον αρχιερέα των Δελφών και τον άρχοντα των Πλαταιών επί κεφαλής. Η φωνή του άρχοντα, στο τέλος της σπονδής, αντηχεί ως τα σήμερα: «Προπίνω τοις ανδράσι τοις υπέρ της Ελευθερίας των Ελλήνων αποθανούσι».

Τώρα, όποιος περπατά στην πεδιάδα των Πλαταιών ας ακούσει, αν θέλει, τον αντίλαλο των δοράτων, τα βήματα των ανυποχώρητων και τον ήσυχο λυγμό όσων έδωσαν όχι για την υστεροφημία, αλλά για τους ανθρώπους της πατρίδας τους. Τούτο το διήγημα δεν είναι μνημείο: είναι μνήμη, χαραγμένη σε σώμα και γη που ποτίστηκε με το αίμα Ελλήνων και βαρβάρων.