Η ύστατη ανάσα του Θεσπιέα

Δεν έχω πια αίμα στις φλέβες μου· μονάχα στάχτη και άλμη. Όμως ακόμη, η ψυχή μου βρυχάται. Ζω – αν αυτό λέγεται ζωή – για να θυμάμαι, για να κρατώ της μνήμης τη νίκη. Εγώ, ο Νικίας, Θεσπιεύς, υιός του Μενεκράτη, πληγωμένος και δέσμιος τώρα στα χέρια των Περσών, κουβαλώ μέσα μου τη βοή εκείνων των ημερών που χαράχτηκαν στην ψυχή της Ελλάδας.

Όταν ο Εφιάλτης έδειξε το μονοπάτι στον Ξέρξη κι ο ήλιος έγειρε πίσω απ’ τον Καλλίδρομο, καταλάβαμε πως η μοίρα είχε γραφτεί. Ο Λεωνίδας κάλεσε συμβούλιο· πρόσταξε όσους ήθελαν, να φύγουν και να σωθούν. Οι περισσότεροι των συμμάχων υπάκουσαν. Μα οι Θεσπιείς, επτακόσιοι άνδρες, όλοι ελεύθεροι πολίτες, υπό τον Δημόφιλο υιό του Διαδρόμου, είπαμε όχι. Έμειναν πλάι μας και οι τριακόσιοι των Σπαρτιατών. Οι Θηβαίοι, εξαναγκασμένοι από τον βασιλιά, παρέμειναν άθελά τους.

Όταν ο Λεωνίδας είδε πως σταθήκαμε πλάι του, κύλησε μια σιωπή. Στο βλέμμα του φάνηκε όλη η Ελλάδα, γυμνή, ανέσπερη, αθάνατη.

Πολεμήσαμε μέχρι η γη να χορτάσει σίδερο και αίμα. Οι ασπίδες σπάσαν, τα δόρατα κοντύνθηκαν, ώσπου, τέλος, πολεμούσαμε με τα χέρια· ως λιοντάρια που υπερασπίζονται τη φωλιά τους. Γύρω μας οι νεκροί έφτιαχναν φράχτη, κι εμείς, όρθιοι πάνω τους, χτυπούσαμε τις ορδές που ξεχύνονταν σαν πλημμύρα. Ήταν μάταιο· μα δεν υπήρχε «μάταιο» για εμάς.

Όταν έπεσε ο Λεωνίδας, κύμα απελπισίας μάς σκέπασε. Έπειτα, η κραυγή που βγήκε από τα στήθη των δικών του ακούστηκε σαν ύμνος. Οι Πέρσες ορμούσαν· κι εμείς δεν λυγίζαμε. Υπήρχε μόνο φως και σκόνη και οι ψυχές μας που ανέβαιναν μαζί με τον καπνό των σωμάτων.

Με βρήκαν τραυματισμένο ανάμεσα στους πεσόντες. Δεν με αποτελείωσαν· ήθελαν να μιλήσω για εκείνους τους άνδρες. Τους είπα: «Αν θέλετε να μάθετε ποιοι ήταν αυτοί, κοιτάξτε μέσα σας να δείτε πόσο μακριά είστε από την ελευθερία. Γιατί αυτοί δεν πολέμησαν για τη ζωή τους, μα για το νόημά της».

Είδα στα μάτια τους μια στάλα φόβου. Όχι τόσο για εμάς, μα για κάτι βαθύτερο: πως εκείνη η στάχτη που άφησαν πίσω τους οι τριακόσιοι και οι επτακόσιοι δεν θα σβήσει ποτέ.

Λεωνίδα, βασιλιά μου, σε βλέπω ακόμη. Στέκεις πάνω στο σωρό των όπλων, ματωμένος, ανέγγιχτος. Ο άνεμος φυσά· οι τρίχες της γενειάδας σου κυματίζουν σαν σημαία. Δεν ακούω τίποτε πια, μόνο τη σιωπή μετά τη μάχη, εκείνη που προορίζεται για τους θεούς.

Ξέρεις, βασιλιά, δεν προσευχήθηκα ποτέ σε θεό· αν όμως υπάρχει, είναι το φρόνημα που μας έδωσες. Σου μιλώ τώρα, με το σώμα πληγωμένο, μα με την ψυχή όρθια, όπως όταν πρώτη φορά σήκωσα το δόρυ στις Θερμοπύλες.

Δεν λυπάμαι που θα πεθάνω· λυπάμαι μόνο που δεν θα δω τη μέρα που τα παιδιά της Ελλάδας θα μάθουν το όνομά σου και θα δακρύσουν. Γιατί τότε θα είναι έτοιμα να σε καταλάβουν.

Κι αν κάποτε σταθεί Πέρσης σε τούτη τη γη και δει το στενό, ας σκύψει ν’ αφουγκραστεί τον άνεμο· εκεί θα ακούσει ακόμη τις ασπίδες μας να συγκρούονται, τις φωνές μας να λένε «Μη φοβηθείς!»

Εγώ, ο Νικίας, στρατιώτης των Θεσπιέων, σε χαιρετώ. Δεν είμαι πια σάρκα· είμαι μέρος της μνήμης σου. Η Ελλάδα αρχίζει εκεί όπου σταματά ο φόβος.