Πάσχα στο Σταυροδρόμι
Γορτυνία Αρκαδίας
Τα χρόνια εκείνα, πριν ακόμα σκορπίσουμε ο ένας από τον άλλον, η Κυριακή των Βαΐων είχε μια μυρωδιά δική της. Δεν ήτανε μόνο εκείνη των κλαδιών που κουβαλούσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κάτι άλλο, που δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, παρά μόνο ότι το χωριό άλλαζε πρόσωπο.
Από Αθήνα και από Τρίπολη ερχόντουσαν τις μέρες εκείνες τα παιδιά που είχαν ρίζα στο Σταυροδρόμι. Τους περιμέναμε με αγωνία, εμείς οι ντόπιοι, γιατί μαζί τους έφταναν τα παιχνίδια, τα γέλια και η κίνηση που έλειπε τον χειμώνα. Άλλοι κατέβαιναν με το λεωφορείο κατευθείαν στο χωριό, άλλοι με δικά τους αυτοκίνητα, κι όταν άκουγες μηχανή να στρίβει στο χωριό ήξερες τι σήμαινε.
Ο παπα-Γιάννης ο Μιχαλακόπουλος, ο Θεός να τον αναπαύσει, ήτανε από εκείνους τους παλιούς παπάδες που δεν τους βρίσκεις εύκολα. Ψηλός, ευθυτενής ως το βαθύ γήρας, αυστηρός στο πρόσωπο μα δίκαιος στα έργα. Είχε τελειώσει το Λύκειο Λαγκαδίων, και η Επισκοπή Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως τον είχε τιμήσει με τον τίτλο του πρωτοπρεσβυτέρου, τιμή που δεν δίνεται χωρίς λόγο. Η φωνή του ήτανε δυνατή και μελωδική, και δεν την έχασε ποτέ. Όταν έψελνε, ακουγόταν μέχρι την άκρη του χωριού.
Δίπλα του, σχεδόν πάντα, ήτανε ο αδελφός του ο μπαρμπα-Χαράλαμπος. Λιγομίλητος κι αυτός, μα παρών με τον τρόπο που είναι παρόντα τα παλιά δέντρα. Κάποιες φορές, προς το τέλος της λειτουργίας, εκεί που εμείς τα παιδιά αρχίζαμε να κουραζόμαστε από την πολύωρη ορθοστασία, ο μπαρμπα-Χαράλαμπος έβγαζε αθόρυβα από την τσέπη του μια γυάλινη φιάλη με κόκκινο κρασί και μας έδινε μερικές φέτες από την προσφορά, ποτισμένες με λίγες σταγόνες. Έτσι, για να πάρουμε δύναμη. Δεν έλεγε τίποτα. Απλώς τα έδινε. Εκείνες οι φέτες είχαν μια γεύση που δεν τη βρήκα πουθενά αλλού, γιατί μέσα της ήτανε ανακατεμένα το ψωμί, το κρασί, η ώρα και το χέρι που σου τα έδινε.
Ο παπα-Γιάννης έκανε κατηχητικό στο προαύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου, κι ερχόντουσαν τα παιδιά του χωριού, και μαζί τους κάθονταν στην άκρη μερικές γυναίκες, γιατί ήξεραν πως μετά ο παπάς εξομολογούσε όσους ήθελαν. Ήτανε αυστηρός παπάς, από εκείνους τους παλιούς που δεν έκαναν εκπτώσεις, όχι από κακία, μα γιατί έτσι εννοούσαν το ιερατικό τους χρέος.
Θυμάμαι μια φορά που μίλησε για τη συγχώρεση του Θεού. Είπε ότι ο Θεός συγχωράει, όσες αμαρτίες κι αν έχει κάνει ο άνθρωπος, ακόμα κι αν φτάνουν από τη γη ως τον ουρανό, εφόσον υπάρχει πραγματική μετάνοια. Και καθώς το έλεγε, σήκωσε το χέρι του αργά, από κάτω προς τα πάνω, σαν να μετρούσε εκείνη την απόσταση στον αέρα μπροστά μας. Κανένας δεν μίλησε. Τα παιδιά καθόμασταν ακίνητα, πράγμα που δεν μας συνέβαινε συχνά.
Ύστερα σκόρπισε ο καθένας στον δρόμο του. Εμείς τρέξαμε στο προαύλιο του σχολείου, που ήτανε ο κόσμος μας τις ώρες που δεν μας ήθελε πουθενά αλλού, και παίζαμε ώσπου τα βουνά γύρω σκοτείνιαζαν και οι μανάδες άρχιζαν να φωνάζουν από τις αυλές. Τα πουρνάρια στις πλαγιές στέκανε πυκνά και σκουρόχρωμα, σαν κάτι που δεν περιμένει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα το χωριό άλλαζε ρυθμό. Δεν το συζητούσε κανείς, απλώς γινόταν. Οι φωνές στους δρόμους λιγόστευαν, τα γέλια κρατιόντουσαν πιο μέσα, και ακόμα κι εμείς τα παιδιά το καταλαβαίναμε χωρίς να μας το πει κανείς.
Κάθε απόγευμα, μετά τις έξι, οι επίτροποι σήμαιναν την καμπάνα της Κοίμησης, κι ο ήχος κατέβαινε από τη ράχη του χωριού, όπου η εκκλησία στεκόταν αγέρωχη, και έφτανε ως κάτω στη δημοσιά, στα σπίτια και στο προαύλιο του σχολείου όπου παίζαμε. Μόλις σήμαινε η καμπάνα, αφήναμε ό,τι κάναμε. Τρέχαμε σπίτι, αλλάζαμε ρούχα βιαστικά, και αρχίζαμε ν' ανεβαίνουμε προς την εκκλησία. Από τη δημοσιά, από τα σοκάκια, από τις αυλές, ανέβαιναν όλοι. Οι γέροι αργά, εμείς τρέχοντας, κι οι μανάδες φωνάζοντας να τις περιμένουμε.
Ο παπα-Γιάννης τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας του είχε χάσει κατά πολύ την όρασή του. Δεν ήτανε τυφλός, μα τα μάτια του δεν έβλεπαν πια καθαρά, κι αυτό στο τέλος τον ανάγκασε να βγει στη σύνταξη. Όσο όμως ήτανε εφημέριος, δεν το έδειχνε. Γνώριζε την ακολουθία ολόκληρη από στήθους, κάθε ψαλμό, κάθε ευχή, κάθε απόκριση, σαν να ήτανε χαραγμένα μέσα του από καιρό που δεν θυμόταν. Στεκόταν ακίνητος στο τέμπλο, χωρίς να ψάχνει βιβλίο, χωρίς να διστάζει, και η φωνή έβγαινε καθαρή και σταθερή. Εμάς τα παιδιά αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση, μα και τους μεγάλους, που τον κοιτούσαν με εκείνο το βλέμμα που έχουν οι άνθρωποι όταν βλέπουν κάτι που δεν ξέρουν πώς να το ονομάσουν.
Εμείς στεκόμασταν στον νάρθηκα, σπρωχνόμασταν λίγο, γελούσαμε καμιά φορά με το μάτι μόνο, αλλά δεν τολμούσαμε πολλά. Ήτανε κάτι στον αέρα εκείνων των απογευμάτων που σε κρατούσε. Βγαίναμε έξω αλλιώτικοι από ό,τι μπαίναμε, κι ας μην το λέγαμε σε κανέναν.
Η Μεγάλη Πέμπτη ήτανε η μέρα που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη.
Η εκκλησία γέμιζε από νωρίς. Ερχόντουσαν με τα καλά τους, οι γυναίκες με μαύρα, οι γέροι με τα πρόσωπα κλειστά, και κάθονταν ήσυχοι σαν να ήξεραν τι τους περίμενε. Εμείς τα παιδιά κουβαλούσαμε ένα μυστικό. Δεν ξέρω ποιος το σκέφτηκε πρώτος, ο παπάς ή ο αδελφός του ή κάποιος πριν από εμάς. Το μάθαμε από τα μεγαλύτερα παιδιά, όπως μαθαίνονται τα πράγματα που αξίζουν. Ο Τάσος, κοντά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από μένα, ήτανε αυτός που κρατούσε την πέτρα.
Διαβάστηκε το Ευαγγέλιο της Σταύρωσης. Μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε βήχας, ούτε κουνήματα. Κι ύστερα ο παπα-Γιάννης πήρε τον σταυρό στα χέρια και άρχισε να ψέλνει. Η φωνή του βγήκε αργή και βαριά: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας...»
Εκείνη τη στιγμή εμείς, δασκαλεμένοι, αρχίσαμε. Μέσα από το Ιερό, κρυμμένοι πίσω από το τέμπλο, χτυπούσαμε μια πέτρα στο δάπεδο. Αργά πρώτα, μετά πιο σταθερά. Ο ήχος σκορπούσε μέσα στον ναό, σκληρός και καθαρός, γέμιζε τους τοίχους και ανέβαινε ψηλά, ως τον τρούλο. Δεν χρειαζόταν να πει κανείς τι ήτανε εκείνος ο ήχος. Τον ήξεραν όλοι.
Κοίταξα μια φορά μέσα από μια χαραμάδα του τέμπλου. Μια γριά στην πρώτη σειρά είχε σκύψει το κεφάλι και το έσειε αργά, σαν να επιβεβαίωνε κάτι που ήξερε από πολύ παλιά. Δίπλα της ένας γέρος κρατούσε το καπέλο στα γόνατα και κοιτούσε τον σταυρό στα χέρια του παπά με βλέμμα που δεν είχε λόγια. Ο παπα-Γιάννης προχωρούσε αργά, βλέποντας με κόπο, κουβαλώντας τον σταυρό σταθερά, σαν να μην τον βάραινε καθόλου. Ή σαν να τον βάραινε πολύ και να το είχε αποδεχτεί από καιρό.
Την αυγή της Μεγάλης Παρασκευής οι μανάδες μας σηκώνανε νωρίς. Έπρεπε να πάμε στα χωράφια να μαζέψουμε λουλούδια για τον Επιτάφιο. Βγαίναμε στις πλαγιές και στα περιβόλια και μαζεύαμε ό,τι βρίσκαμε: λευκά κρίνα, μαργαρίτες, κόκκινες παπαρούνες. Τα κουβαλούσαμε στην εκκλησία με τα χέρια γεμάτα, και εκεί βρίσκαμε ήδη νέες κοπέλες και μεσόκοπες γυναίκες που στόλιζαν τον Επιτάφιο. Δούλευαν με προσοχή, έβαζαν το κάθε λουλούδι στη θέση του, και δεν μιλούσαν πολύ.
Από τις πόλεις έφερναν κι αυτοί λουλούδια, όσοι ερχόντουσαν για το Πάσχα, και ο Επιτάφιος στολιζόταν πλουσιοπάροχα. Ήτανε όμορφος. Αυτό το έθιμο το κρατάμε ως τα σήμερα, μόνο που τώρα τα περισσότερα λουλούδια έρχονται από ανθοπωλεία, κι ελάχιστοι τα πηγαίνουν από τους μπαξέδες τους ή από τα χωράφια. Δεν λέω πως είναι λιγότερο όμορφα. Λέω μόνο πως είναι αλλιώτικα.
Το βράδυ, όταν ερχόταν η ώρα της περιφοράς, οι άντρες σήκωναν τον Επιτάφιο και προχωρούσαν αργά, κι ο κόσμος ακολουθούσε με τα κεριά.
Τα πρώτα χρόνια, όταν εφημέριος ήτανε ακόμα ο γερόπαπας, ο Επιτάφιος γύριζε γύρω από τον ναό της Παναγίας. Τρεις φορές, αργά, με τον ήχο των ψαλμών να απλώνεται στο τσιμεντένιο προαύλιο και να σκαρφαλώνει στους τοίχους του ναού. Ολόγυρα οι πικροδάφνες άνθιζαν, και τα λευκά και ροζ άνθη τους ανακατεύονταν με τη μυρωδιά του λιβανιού που έβγαινε από το λιβανιστήρι.
Μπροστά πήγαινε ο μπαρμπα-Χαράλαμπος, ο αδελφός του γερόπαπα, Θεός συγχωρέστον. Βοηθούσε στο Ιερό εδώ και χρόνια, και ήξερε το τυπικό σαν το σπίτι του. Ήτανε άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος, όπως ολόκληρη η οικογένειά του, και αυτό δεν το έδειχνε με λόγια. Μα η εικόνα που μου έχει μείνει βαθύτερα δεν είναι από την περιφορά. Είναι από μέσα στο Ιερό, από τις καθημερινές λειτουργίες. Εμείς τα παιδιά, παπαδάκια τότε, μαζευόμασταν γύρω του για να βγάλουμε τα άγια και να βοηθήσουμε στο τυπικό, και κάποια στιγμή, εκεί μέσα, τον βλέπαμε να γονατίζει, αργά και σταθερά, με τέτοια ευκινησία που δεν την περίμενες από άνθρωπο της ηλικίας του, σαν καλόγερος που έχει κάνει τη γονυκλισία χιλιάδες φορές και του έχει γίνει φύση. Τότε μάς έκανε εντύπωση. Τώρα, που το θυμάμαι, μου κάνει περισσότερη.
Στην περιφορά, εκεί μπροστά, ο μπαρμπα-Χαράλαμπος κρατούσε τον παλιό Εσταυρωμένο, εκείνον της παλιάς εκκλησίας, βαρύ και σκοτεινό από τα χρόνια, και τον κουβαλούσε με τα δύο χέρια μπροστά στο στήθος. Πίσω του ακολουθούσαμε εμείς τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, προσπαθώντας να τα κρατάμε ίσια και να βαδίζουμε αργά, όπως μας είχε πει. Πίσω μας ο Επιτάφιος, στολισμένος με τα λουλούδια που είχαμε μαζέψει το πρωί, και πίσω από αυτόν ο παπάς, με τελευταίο τον κόσμο με τα κεριά και τα φαναράκια.
Ήτανε μια λιτή πομπή, χωρίς επίδειξη, μα με το βάρος που έχουν οι πράξεις που γίνονται από πίστη και όχι από συνήθεια.
Στο τέλος της περιφοράς, ο Επιτάφιος στεκόταν στην πλαϊνή πύλη της εκκλησίας, ψηλά, και όλο το εκκλησίασμα περνούσε από κάτω. Κάποιοι μάλιστα έσπευδαν, σπρώχνονταν σχεδόν, για να περάσουν πρώτοι. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Αν ήτανε για την ευλογία, αν ήτανε για να φύγουν γρήγορα, δεν το ξεδιάλυνα ποτέ. Η ευλογία δεν τελειώνει αν αργήσεις λίγο.
Όταν ανέλαβε ο Νικόδημος, ο νέος ιερομόναχος, συγγενής μας κι αυτός, άλλαξε ο τρόπος. Επειδή τον βαστούσαν τα πόδια του, κατεβαίναμε στον δρόμο, κάναμε τη γύρα στο χωριό. Ο Επιτάφιος περνούσε από τα σοκάκια και τη δημοσιά, ανάμεσα στα σπίτια, και τα κεριά τρεμόπαιζαν στον αέρα της νύχτας. Κι αυτό ήτανε ωραίο με τον τρόπο του, μα ήτανε άλλο πράγμα.
Την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου το χωριό ετοιμαζόταν από νωρίς. Οι γυναίκες έβγαζαν τα καλά, τα παιδιά πλένονταν και ντύνονταν με ρούχα που μύριζαν ντουλάπα και μοσχοσάπουνο, και όλοι είχαν εκείνη την ανυπομονησία που δεν λέγεται μα φαίνεται στα μάτια.
Εμείς τα παιδιά είχαμε τον δικό μας λογαριασμό να κλείσουμε εκείνη τη νύχτα. Κάθε χρόνο, μόλις ο παπα-Γιάννης έβγαινε με το αναμμένο κερί, ορμούσαμε να κλέψουμε πρώτοι το φως. Είχαμε αυτοσχεδιάσει τρόπους, είχαμε βάλει στρατηγικές, είχαμε μαλώσει και συνεννοηθεί από πριν. Κάποιες χρονιές ο Τάκης ο Ψηλός μας έπαιρνε την πρωτιά, λόγω αναστήματος. Δεν το καταφέρναμε πάντα να τον εμποδίσουμε, μα δεν το βάζαμε κάτω.
Ο κόσμος άρχιζε να μαζεύεται από τις έντεκα και μισή. Ερχόντουσαν από τα σπίτια και από τους μαχαλάδες, με τις λαμπάδες στο χέρι, και η αυλή της Κοίμησης γέμιζε σιγά σιγά, ώσπου δεν χωρούσε άλλος. Στέκονταν και στα σκαλιά και στον δρόμο, μιλούσαν χαμηλόφωνα, και τα παιδιά τριγυρνούσαμε ανάμεσά τους με τις λαμπάδες σβηστές και τα σχέδιά μας στο μυαλό.
Εκείνες τις ώρες της αναμονής, από ένα παράθυρο κοντά στην εκκλησία, έφτανε κάποιες φορές ένας παράξενος ήχος: κουτάλα που χτυπούσε κατσαρόλα. Ήτανε ένας γείτονας, άνθρωπος καλός, που δεν βαστούσε τη νηστεία ως το τέλος. Η γυναίκα του είχε μαγειρέψει μαγειρίτσα από νωρίς, κι αυτός, νηστικός και ανυπόμονος, την έσπερνε μόνος του με την κουτάλα, λέγοντας «Χριστός Ανέστη» πριν ακόμα χτυπήσει η καμπάνα, σαν να ήθελε με την ομολογία να καθαγιάσει αυτό που έκανε. Το μάθαμε μετά και γελάσαμε, μα χωρίς κακία. Το πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έσβησαν τα φώτα. Η εκκλησία και η αυλή βυθίστηκαν στο σκοτάδι, και ο κόσμος σώπασε. Εκείνη η σκοτεινιά δεν ήτανε σαν τις άλλες. Ήτανε μια σκοτεινιά που κρατούσε την ανάσα της.
Κι ύστερα άνοιξε η Ωραία Πύλη.
Ο παπα-Γιάννης βγήκε αργά, κρατώντας μπροστά του τριάντα τρία κεριά από γνήσιο μελισσοκέρι, όσα και τα χρόνια του Χριστού, δεμένα μαζί, και η φλόγα τους ήτανε μία, ζωντανή, που τρεμόπαιζε μα δεν έσβηνε. Τα μάτια του που έβλεπαν με κόπο κοιτούσαν κάπου πέρα από εμάς, πέρα από την αυλή και τα βουνά που στέκανε σκοτεινά γύρω. Φώναξε τρεις φορές: «Δεύτε, λάβετε φως.»
Τα φώτα αναστήθηκαν, άρχισαν να ανάβουν οι λαμπάδες η μία από την άλλη, και σε λίγο η αυλή ήτανε γεμάτη φλόγες. Ο παπάς διάβασε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως, κι ύστερα οι φωνές των ψαλτών έδιναν τον τόνο, και μαζί τους έψελνε όλο το εκκλησίασμα, γέροι, νέοι και παιδιά: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας...» Χτύπησαν οι καμπάνες και έπεσαν στον σωρό οι στρακαστρούκες. Ο ήχος τους αντιλαλούσε στις πλαγιές και γύριζε πίσω πολλαπλασιασμένος. Καμπάνες, στρακαστρούκες και ψαλμός ανακατεμένα, και τα βουνά τα έπαιρναν όλα μαζί και τα ξαναέδιναν.
Τον πρώτο καιρό έμεναν όλοι ως το τέλος. Σιγά σιγά, όσο περνούσαν τα χρόνια, ο κόσμος άρχισε να σκορπά νωρίτερα. Σήμερα οι περισσότεροι φεύγουν αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη». Εμείς μέναμε. Καθώς κατεβαίναμε, τα κεριά μας έτρεμαν σαν αναμμένα σημεία στο σκοτάδι και το χωριό απορροφούσε σιγά σιγά τους ανθρώπους του πίσω στα σπίτια τους. Κρατούσαμε το άγιο φως προσεκτικά, σκύβοντας λίγο από πάνω του σαν να το προστατεύαμε από κάτι, κι ο αέρας της νύχτας το κούναγε μα δεν το έσβηνε. Ο δρόμος ήτανε σκοτεινός και τα βουνά γύρω σκοτεινότερα, και τα βήματά μας ακούγονταν καθαρά στη σιωπή. Στα σπίτια μας περίμενε η μαγειρίτσα, βάλσαμο για στομάχι που νήστεψε.
Την Κυριακή του Πάσχα ο πατέρας σηκωνόταν πριν ξημερώσει.
Δεν χρειαζόταν να τον ξυπνήσει κανείς. Άναβε τη φωτιά στην αυλή, κι εμείς, εγώ κι ο αδελφός μου, τον βρίσκαμε ήδη εκεί όταν κατεβαίναμε. Ετοιμάζαμε τον οβελία μαζί. Τον περνούσαμε στη σούβλα, τον δέναμε καλά για να μην κινηθεί στο γύρισμα, και βάζαμε μέσα στην κοιλιά μπαχαρικά για τη νοστιμιά. Η φωτιά ήτανε δυνατή στην αρχή, κι όσο περνούσε η ώρα χαμήλωνε. Ήθελε αργό ψήσιμο, τρεισήμισι με τέσσερις ώρες, για να γίνει το κρέας νόστιμο και τραγανό. Η σούβλα γυρνούσε με το χέρι, ο ένας κι ο άλλος, κι όταν ήμασταν πολλοί δεν μας έπεφτε βαρύ.
Από το προηγούμενο απόγευμα είχαμε φτιάξει τη μαγειρίτσα. Τη βάζαμε κι αυτή στη φωτιά από νωρίς, ήτανε έτοιμη γρηγορότερα, και την κόβαμε για μεζέ καθώς ψηνόταν το αρνί. Κάτι έμενε πάντα για το μεσημεριανό.
Δίπλα στη σούβλα είχαμε στρώσει τραπέζι. Αραδιασμένα επάνω: κόκκινα αυγά, τσουρέκι, γαλοκούλουρα, ψωμί, ποικιλία τυριών, το κοκορέτσι που έβγαινε πάντα νωρίτερα, μπύρες και κρασί, αναψυκτικά για τα παιδιά. Περνούσαν φίλοι, γείτονες, συγγενείς, κι εμείς κάναμε τις δικές μας επισκέψεις στα γειτονικά σπίτια. Ανταλλάσσαμε ευχές, ψέλναμε το «Χριστός Ανέστη», πίναμε, γελούσαμε. Το κασετόφωνο έπαιζε όλη μέρα δημοτικά, τραγούδια του βουνού και του κάμπου, κι ο ήχος τους έφτανε ως τη δημοσιά.
Όταν ο καιρός ήτανε καλός τρώγαμε στην αυλή. Όταν έβρεχε ή κρύωνε, μέσα στο σπίτι, σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλον. Τι χαρά που είχαν τα σπίτια μας τότε. Πόσο αγαπημένοι ήμασταν με τους γείτονες και τους χωριανούς.
Τώρα λιγοστέψαμε. Έφυγαν οι περισσότεροι, άλλοι για τις πόλεις κι άλλοι για το μεγάλο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό. Τα χέρια που γύριζαν τη σούβλα έγιναν λιγότερα κι αυτά, και τα καθίσματα στην αυλή αδειάζουν κάθε χρόνο λίγο περισσότερο. Εμείς οι λίγοι που μείναμε προσπαθούμε να κρατήσουμε ό,τι μπορούμε, με νύχια και με δόντια, σαν τους τελευταίους φύλακες ενός τόπου που αδειάζει. Ξέρουμε πως η μάχη είναι άνιση. Την κάνουμε όμως, γιατί δεν ξέρουμε αλλιώς.
Φέτος θα γυρίσουμε τη σούβλα λίγα χέρια. Κάποτε δεν μας χωρούσε η αυλή.
Η αυλή είναι η ίδια. Η φύση γύρω μας δεν άλλαξε. Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν έχουμε μόνιμο εφημέριο, κι η καμπάνα της Κοίμησης χτυπά μόνο όταν βρεθεί κανείς να τη σημάνει. Κάποτε ο ήχος της ήτανε ρολόι, σταθμός, σήμα. Τώρα είναι δώρο που έρχεται χωρίς να το περιμένεις, και γι' αυτό ίσως πονά περισσότερο. Τα βουνά δεν αλλάζουν.
Εμείς αλλάξαμε.